Είμαι ξαπλωμένος και το χέρι σου είναι περασμένο με μια γλυκιά αγκαλιά πίσω από τον σβέρκο μου. Τα μακρυά σου δάκτυλα με μαγικό τρόπο παίζουν με τις ατέλειες στο πρόσωπο μου, αγγίζουν λίγο μετά το στήθος μου χωρίς να βιάζονται. Δεν υπάρχει σκοπός μόνο μια όμορφη δικιά μας στιγμή, από αυτές που πρέπει να φυλάξεις στην καρδιά σου ή τουλάχιστον σε ότι έχεις πιο κοντά σε αυτήν.

Είμαι ευτυχισμένος, είμαι όμως και τυχερός, έχω καταλάβει ποια είσαι και γιατί βρέθηκες στην ζωή μου, νόμιζα βλέπεις ότι είχα χάσει πια τον φύλακα άγγελο μου, τότε που έπεσα ξανά μέσα στον λάκκο με τα φίδια. Η χάρη του μαγικού άπειρου, που σπίτι του έχει την αγάπη και σε μια γωνιά κρύβεται ο έρωτας με είχε αφήσει και εγώ μάτωσα…

Μετά εσύ πανέμορφο μου πλάσμα, ήρθες και με γέμισες φως, ένα πολύχρωμο ολοζώντανο φως που όμοιο του δεν έπεσε ξανά στα μάτια μου. Εγώ από τότε μέχρι σήμερα βλέπω, δεν κοιτάζω απλά αλλά βλέπω. Βλέπω αχόρταγα σαν να έβλεπα για πρώτη φορά, η ματιά μου απέκτησε την χάρη ενός νεογέννητου που ανοίγει τα μάτια και δεν ξέρει να κρίνει, απλά ρουφάει όλες τις εικόνες με βουλιμία χωρίς παύση μέχρι απλά να κουραστεί και να κοιμηθεί γλυκά σε ένα ήσυχο ασφαλές λιβάδι που θροΐζει, εκεί που το ουράνιο τόξο λαμπυρίζει με τις στάλες μια άγουρης βροχής.

Χαμογελώ καθώς σε νιώθω δίπλα μου, παρέα μου, κορίτσι εσύ τρελό και γελαστό με καρδιά σαν ινδιάνικο ταμπούρλο που καλεί τον θεό ήλιο και μάτια σαν την μητέρα του ελαφιού που ανησυχεί για το ανήμπορο ακόμα τρυφερό μικρό της.

Ω τι όμορφα που γεμίζω με χαρά καθώς τα δάκτυλα μου τρέχουν πάνω στα πλήκτρα, καθώς είναι και λευκά νιώθω πως παίζω πιάνο συνθέτοντας την δική μου μελιστάλαχτη σονάτα. Τόσο εύκολο μου είναι να γράφω τώρα δα, όσο εύκολη και καθαρή είναι η αγάπη σου. Σπαθί αστραφτερό που έβαλες στα χέρια μου, για να μπορέσω να τα βάλω με ολάκερο τον κακό κόσμο.

Οι λέξεις ίσως να μην με υπηρετούν σωστά, αν και πολλές φορές ορίζουν πιο κομψά αυτά που η γλώσσα μου προφορικά πάει να ξεστομίσει. Δεν έχω σκοπό βλέπεις να σε λούσω με ψεύτικες υποσχέσεις και  αρώματα ακριβά για να κρύψω περίτεχνα τον εαυτό μου.

Αποφάσισα να σου δείχνω σταλιά, σταλιά, όλο μου το είναι και μα άντρας μα παιδί, μα τέρας τριχωτό και ολίγο τι τρομαχτικό, εγώ ξέρω πως εσύ δεν θα σηκωθείς να φύγεις. Θα ανοίξεις διάπλατα αυτήν την θεόρατη καρδιά και θα με φιλέψεις γλυκό κομμάτι σου και εγώ για αυτό σου λέω τώρα δα, πως δεν πρόκειται για όσο ζω να την προδώσω.

Αν χάσω τούτη την χάρη που μου δόθηκε, πέτρα βαριά να με πλακώσει και αν αυτό ακούγεται παλιό και αβάσταχτα μελό, μην ξεχνάς πως είναι τα λόγια ενός τρελού ερωτευμένου πειρατή που επιτέλους βρήκε το νησί πακέτο με τον θησαυρό του…