Archives for posts with tag: έρωτας

Είμαι ξαπλωμένος και το χέρι σου είναι περασμένο με μια γλυκιά αγκαλιά πίσω από τον σβέρκο μου. Τα μακρυά σου δάκτυλα με μαγικό τρόπο παίζουν με τις ατέλειες στο πρόσωπο μου, αγγίζουν λίγο μετά το στήθος μου χωρίς να βιάζονται. Δεν υπάρχει σκοπός μόνο μια όμορφη δικιά μας στιγμή, από αυτές που πρέπει να φυλάξεις στην καρδιά σου ή τουλάχιστον σε ότι έχεις πιο κοντά σε αυτήν.

Είμαι ευτυχισμένος, είμαι όμως και τυχερός, έχω καταλάβει ποια είσαι και γιατί βρέθηκες στην ζωή μου, νόμιζα βλέπεις ότι είχα χάσει πια τον φύλακα άγγελο μου, τότε που έπεσα ξανά μέσα στον λάκκο με τα φίδια. Η χάρη του μαγικού άπειρου, που σπίτι του έχει την αγάπη και σε μια γωνιά κρύβεται ο έρωτας με είχε αφήσει και εγώ μάτωσα…

Μετά εσύ πανέμορφο μου πλάσμα, ήρθες και με γέμισες φως, ένα πολύχρωμο ολοζώντανο φως που όμοιο του δεν έπεσε ξανά στα μάτια μου. Εγώ από τότε μέχρι σήμερα βλέπω, δεν κοιτάζω απλά αλλά βλέπω. Βλέπω αχόρταγα σαν να έβλεπα για πρώτη φορά, η ματιά μου απέκτησε την χάρη ενός νεογέννητου που ανοίγει τα μάτια και δεν ξέρει να κρίνει, απλά ρουφάει όλες τις εικόνες με βουλιμία χωρίς παύση μέχρι απλά να κουραστεί και να κοιμηθεί γλυκά σε ένα ήσυχο ασφαλές λιβάδι που θροΐζει, εκεί που το ουράνιο τόξο λαμπυρίζει με τις στάλες μια άγουρης βροχής.

Χαμογελώ καθώς σε νιώθω δίπλα μου, παρέα μου, κορίτσι εσύ τρελό και γελαστό με καρδιά σαν ινδιάνικο ταμπούρλο που καλεί τον θεό ήλιο και μάτια σαν την μητέρα του ελαφιού που ανησυχεί για το ανήμπορο ακόμα τρυφερό μικρό της.

Ω τι όμορφα που γεμίζω με χαρά καθώς τα δάκτυλα μου τρέχουν πάνω στα πλήκτρα, καθώς είναι και λευκά νιώθω πως παίζω πιάνο συνθέτοντας την δική μου μελιστάλαχτη σονάτα. Τόσο εύκολο μου είναι να γράφω τώρα δα, όσο εύκολη και καθαρή είναι η αγάπη σου. Σπαθί αστραφτερό που έβαλες στα χέρια μου, για να μπορέσω να τα βάλω με ολάκερο τον κακό κόσμο.

Οι λέξεις ίσως να μην με υπηρετούν σωστά, αν και πολλές φορές ορίζουν πιο κομψά αυτά που η γλώσσα μου προφορικά πάει να ξεστομίσει. Δεν έχω σκοπό βλέπεις να σε λούσω με ψεύτικες υποσχέσεις και  αρώματα ακριβά για να κρύψω περίτεχνα τον εαυτό μου.

Αποφάσισα να σου δείχνω σταλιά, σταλιά, όλο μου το είναι και μα άντρας μα παιδί, μα τέρας τριχωτό και ολίγο τι τρομαχτικό, εγώ ξέρω πως εσύ δεν θα σηκωθείς να φύγεις. Θα ανοίξεις διάπλατα αυτήν την θεόρατη καρδιά και θα με φιλέψεις γλυκό κομμάτι σου και εγώ για αυτό σου λέω τώρα δα, πως δεν πρόκειται για όσο ζω να την προδώσω.

Αν χάσω τούτη την χάρη που μου δόθηκε, πέτρα βαριά να με πλακώσει και αν αυτό ακούγεται παλιό και αβάσταχτα μελό, μην ξεχνάς πως είναι τα λόγια ενός τρελού ερωτευμένου πειρατή που επιτέλους βρήκε το νησί πακέτο με τον θησαυρό του…

Advertisements

Αγαπάω.

Με τον μόνο τρόπο που ξέρω εγώ και μάλλον η δική μου αγάπη δεν μοιάζει με κανενός άλλου. Μπορεί πάλι να μοιάζει λίγο με του διπλανού ή του απέναντι που δουλεύει ως αργά πίσω από τα κλειστά στόρια, μπορεί αλλά πολύ αμφιβάλλω…Βλέπετε καμιά αγάπη δεν είναι ίδια με μια άλλη και ο ορισμός της την κάνει μοναδική.

Η δικιά μου αγάπη κυρίες και κύριοι είναι κυρίως τρελή, αγάπη που στάζει απροσδιόριστα χαρμάνια ώριμης καρύδας και άγριου τζίντζερ, σταγόνες χρυσαφιές ακάθαρτου μελιού από κουνιστά πολύχρωμα αγριολούλουδα, που περνούν τον καιρό τους στους πρόποδες μιας πλαγιάς του Ολύμπου μια άνοιξη φλογερή και φασαριόζα. Είναι αγάπη παρορμητική και καθόλου προσποιητή, δεν θολώνει σαν την κοιτάς πάνω από τον άδειο πάτο ενός μπουκαλιού παλιού καλού λικέρ, αλλά αντίθετα λαμπυρίζει και ευωδιάζει. Είναι αγάπη τρυφερή, σαν τον κώλο ενός νεογέννητου μωρού που μόλις πλύθηκε με αχνίζον σαπουνόνερο φτιαγμένο από πράσινη ελιά και μια χούφτα αγνή βανίλια. Δεν είναι αγάπη για την αγάπη, αλλά από εκείνη που σου σκαλίζει με πούπουλα, χαμόγελα στην κουρασμένη καρδιά σου και μετά πασπαλίζει φιλιά όλο σου το είναι που για μια στιγμή πετάς και μεγαλώνεις. Είναι η αγάπη που σε κάνει να ξεχνάς χρέη, επίγειες οφειλές και κούραση μαντεμένια.

Καταλάβατε για ποια αγάπη μιλάω; Ο έρωτας είναι νεανικός και συνήθως φευγαλέος αλλά η αγάπη, μια τέτοια αγάπη είναι για πάντα και αν το «για πάντα» ακούγεται υπερβολικό, τετριμμένο, απατηλό και ψεύτικο στα αυτιά σας, διόλου δεν σας παρεξηγώ. Δεν την συναντάς βλέπεις εύκολα τούτη την κυρία και ακόμα και αν πέσεις πάνω της δύσκολα την αναγνωρίζεις. Τα δόλια μας μάτια έχουν σκάσει από την σκόνη, έχουν δακρύσει χίλιες φορές από μέσα και άλλες τόσες από έξω, γυμνά, ερεθισμένα. Τόσο μα τόσο πολύ κουρασμένα.

Όσο για τα δικά μου;; Ααα, τα δικά μου μόλις άστραψαν…

Το ξέρω, το ξέρω, οδεύω προς τα άξια τελευταία με πανί εσένα και κοντάρι μαζί. Σε κρατάω σφιχτά και δεν χάνομαι, αλλά αντίθετα βρίσκω σκοπό και ελπίδα. Αναρωτιέμαι άραγε, αν σου πω απλά από καρδιάς «ευχαριστώ» θα αρκέσει για θα είναι λίγο;

Έφερα στα χείλη μου μια γουλιά καφέ, αρωματικός και γλυκόπιοτος σαν εσένα. Αν ήσουν εδώ θα σε γέμιζα φιλιά και αγκαλιές, η βροχή όμως επέμενε να με σηκώσει από το κρεβάτι.

Ορχήστρα δική της πλέκει καθώς πέφτει γοργά στις σκονισμένες στέγες και από εκεί κυλάει και χτυπιέται με αυτοκίνητα και με ακάλυπτους βιαστικούς ανθρώπους. Χωρίς ανάσα ξεκινά, ένα τρελό κρεσέντο, παρέα με τους σκουπιδογίγαντες που κάθονται ασάλευτοι στην άκρη των δρόμων και εγώ από το μπαλκόνι πια, απολαμβάνω τούτη την αλλόκοτη τσιγγάνικη κομπανία.

Μα όπως ήρθε, έφυγε και έμεινε το σκούρο τσιμέντο πιωμένο με το ποτό του ουρανού. Σαν σαλιγκάρια τα λιγοστά οχήματα σέρνονται από δρόμο σε δρόμο και εγώ ήδη αντάλλαξα με τούτη την πόλη την πρώτη μου φασαριόζικη καλημέρα.

Ένα φαρδύ χαμόγελο μου ξεφεύγει, σκέφτομαι πως ο δρόμος σε 3 μέρες θα με βγάλει στην όμορφη γειτονιά σου και εγώ με ανείπωτη χαρά θα καβαλήσω τον Πήγασο μέχρι την ζεστή φιλόξενη αγκαλιά σου. Ταξίδι, ταξιδάκι μαγικό με του έρωτα τα φτερά θα κάνω…

Άνετα ξαπλωμένος, χωρίς τα ενοχλητικά ρούχα να με περιορίζουν ταξιδεύω. Οι σκέψεις ιστιοφόρα με πολύχρωμα γιγάντια πανιά, σκίζουν τον ωκεανό στον κεφάλι μου, άραγε δίχως προορισμό;

Χάος όμορφο και απύθμενο. Που και που είναι αυτό που με γοητεύει, η προσμονή του αναπάντεχου και η αρχή μιας ερωτικής ιστορίας με χίλιες κρυφές γωνιές και ανηφόρες και στροφές. Μέσα σε όλο αυτό το κοσμογονικό αίσθημα, η μορφή σου ξεχωρίζει καθαρή και άσπιλη μα κυρίως τα τεράστια μάτια σου. Σαν μάτια ελαφίνας με κοιτούν και με καθηλώνουν με μια ολότελα δική τους αθωότητα, παρόμοια με καμία. Αλαβάστρινα όργανα της ψυχής σου που λίγο, λίγο, μαθαίνω να διαβάζω.

Εσύ πανέμoρφο πιτσιρίκι, σαν άγαλμα στέκεσαι δίπλα μου και εγώ το μόνο που εύχομαι τότε, είναι να ήμουν ο γλύπτης σου. Τούτη την στιγμή είμαι απλά ευτυχισμένος, όσο απλή μπορεί να είναι η ανθρώπινη ευτυχία. Εσύ και μόνο εσύ, ξέρεις να την χαρίζεις και εγώ τυχερός που βρέθηκα στο διάβα σου.

Αχχχ πόσο μου αρέσουν τα παραμύθια, ίσως γιατί έχουν σχεδόν πάντα ευτυχές τέλος. Πιο πολύ όμως μου αρέσει η αρχή, η αρχή κάθε παραμυθιού, κάθε ιστορίας και ας μην έχει απαραίτητα μια χαρούμενη κατάληξη. Ξέρω πια πως γράφουμε την δική μας τρελή ιστορία και μάντεψε τι; Είμαστε ακόμα στην αρχή, πολύ αρχή γλυκιά μου!

Ε λοιπόν, εκείνο το ταξίδι που λέγαμε ήρθε πια. Σύντομα στην αγκαλιά σου…

Είναι πια μεσημεράκι και εγώ αφήνω το σπασμένο φως να περνά κάτω από τα στόρια μου, γεμίζω τα αυτιά μου μουσική, είναι πια ανάγκη. Ίδια με την ανάγκη να γεμίσει κανείς το στομάχι του, ίδια με την ανάγκη να γεμίσει κανείς την καρδιά του. Χαμογελάω φαρδιά, πλατιά. Η δικιά μου καρδιά δεν είναι πλέον άδεια, γέμισε με την μουσική που έγραψε εκείνη για εμένα. Μουσική ανάλαφρη, δικιά μου συμφωνία αγγέλων ηχεί πλέον στα αυτιά μου και εγώ απλά λικνίζομαι στην αιώρα μου και πάω όπου με πάει.

Σας είπα; Υπάρχουν στα αλήθεια άγγελοι, αρκεί να μην πάψεις να πιστεύεις σε αυτούς. Αρκεί ακόμα να ψιθυρίσεις από καρδιάς 2-3 αρχαίες επιθυμίες και έτσι απλά μια άσχημη μέρα, ένας δύσκολος μήνας, ένας μίζερος χρόνος, θα αλλάξει σε μια λαμπερή κατάλευκη αρχή. Έτσι απλά, όπως ήρθες εσύ και με έντυσες ξανά μέσα στο άσπιλο λευκό με μια πιτσιλιά βαθύ κόκκινο εκεί στην θέση της καρδιάς μου.

Σου πήρε λιγάκι χρόνο το ξέρω, αλλά τελικά με βρήκες. Σε ευχαριστώ άγγελε μου…

Έλιωσα στο περπάτημα εχθές, ξεκίνησα από τον παλιό σιδηροδρομικό σταθμό και τα σκουριασμένα (κάποτε χιλιοταξιδεμένα) κουφάρια του και κατέληξα στην παιδική μου γειτονιά, την Ανάληψη. Περπατούσα άλλοτε γοργά, άλλοτε πιο νωθρά, θαρρείς και δεν ήμουν εγώ αυτός που έδινε τον ρυθμό στα πόδια μου, αλλά η καρδιά μου. Μηχανικά με μια ώθηση μπροστά και το βλέμμα μου ψάρευε εικόνες λίγο πολύ γνωστές, άλλοτε πάλι αναπάντεχες σχεδόν ψεύτικες, μαγικές. Φάτσα χαμένη στο πουθενά και το μυαλό να ταξιδεύει σε χίλια πράγματα, όλα τους μικρά ή μεγαλύτερα κομμάτια μιας γλυκόπικρης σοκολάτας που σαν να μην είχε ακόμα φαγωθεί για τα καλά.

Τα χέρια στις τσέπες χωμένα και το παλτό λίγο ανοικτό από μπροστά για να νιώθω το κρύο, σαν ναυτικός που έκανε χρόνια να δει στεριά, λίγο πολύ παραπατούσα. Μια στην μέση του δρόμου, μια στο πλατύ πεζοδρόμιο εκεί λίγο πριν το λιμάνι, θαρρείς και δεν ήθελα να δώσω στίγμα σε κανέναν, πορεία προς το πουθενά. Προσπέρασα την θάλασσα και τις παλιές της υποσχέσεις και άφησα το εαυτό μου να χαθεί στα στενά. Στενάχωρα, βρόμικα, αθέατα από τον ήλιο, ερωτικές γωνιές παράνομων εραστών, γεμάτα από σκόνη αλλά και από φιλιά, ζεστά μακρόσυρτα ερωτικά χάδια.

Μια θύμηση με πρόφτασε να πει ένα γεια, αμίλητος την άφησα να φύγει. Θυμωμένος ακόμα μαζί της αλλά και μαζί μου, δεν έχω όρεξη να απολογηθώ, απλά να χαθώ. Μυρίζω αγέρα, βοριάς έρχεται πάλι μετά από καιρό. Σκληρός, σχεδόν παγωμένος γλύφει το κορμί μου και εγώ τον αφήνω. Το παλτό μου ακόμα ανοικτό επίτηδες μπας και με μουδιάσει το κρύο. Πόσο θέλω να πάψω να νιώθω, όλα δικά σου τερτίπια, απόηχος μιας ζωής που σαν να μην ήταν ποτέ δικιά μου.

Ξάπλωσα, άπλωσα το κορμί μου να στρώσει. Το δωμάτιο μικρό, το γέμισα εικόνες, καμιά όμως δική σου γιατί πρέπει να σε ξεχάσω και δεν ξέρω άλλο τρόπο για να περάσω αυτό το λούκι. Δεν υπάρχει τίποτα απτό να σε θυμίζει, έτσι επίτηδες σαν να μην υπήρξες ποτέ.

Μου έστειλες μήνυμα πως αύριο τα μεσάνυχτα φεύγεις για Παρίσι, δεν ρώτησα γιατί και δεν μου είπες από μόνη σου. Μόνο μια τελευταία χάρη ζήτησες, στην έκανα αφού πρώτα σου ζήτησα και εγώ κάτι. Αν με αγαπάς άφησε με να σε ξεχάσω, σου έγραψα και αμέσως μετά δάκρυσα, ίσως για τελευταία φορά.

Μου έλεγες πάντα πως θα πηγαίναμε μαζί στο Παρίσι, θα ήταν εύκολο με τους συγγενείς που έχεις ακόμα εκεί. Το έλεγες και χαμογελούσες και εγώ μετά φανταζόμουν βόλτες στην Montmartre, κρυφτό κάτω από την Pont Neuf και φλύδες από αφράτα γαλλικά κρουασάν να πέφτουν το πρωί στα κατάλευκα ζεστά σεντόνια μας. Για λίγο άφηνα την φαντασία μου να καλπάζει και εσύ γινόσουν ομορφότερη, απλά και μόνο βλέποντας την χαρά μου…

Σηκώθηκα σήμερα το πρωί με το ζόρι, τσαλακωμένος ακόμα από ένα άστατο όνειρο. Σε θυμάμαι εκεί αλλά δεν ήσουν μαζί μου, σαν να έφευγες από εμένα κάθε φορά που σε πλησίαζα. Αγωνιούσα να σε αγγίξω αλλά μια ακατανόητη δύναμη με κρατούσε μακριά σου. Ήθελα να σου μιλήσω αλλά η γλώσσα μου δεν έβγαζε νόημα και οι λέξεις πέφτανε άκαμπτες σε ένα βαθύ σκοτάδι. Ξύπνημα με κούραση μιας εβδομάδας, ασήκωτο βάρος που δεν λέει να φύγει από πάνω μου μα κυρίως μέσα από την καρδιά μου.

Βαριά βλέφαρα, σχεδόν κλείνουν τώρα και εγώ μόλις που πρόλαβα να σου στείλω ένα «καλό ταξίδι«. Δεν πόνεσα πολύ, σαν να αντέχω και άλλο.

 

Βγήκα έξω με μια ανεμελιά, τράβηξα μια βαθιά ανάσα από τον υγρό αέρα και κοίταξα πέρα στο λιμάνι, εκεί ακριβώς στις κορφές των γερανών που κόβουν την ομίχλη. Όχι ήλιος πουθενά για να μου χαμογελάσει, δεν βαριέσαι σκέφτομαι. Που θα πάει θα φύγει η καταχνιά και από αυτήν την πόλη και από πάνω μου.

Βόλτες μόνος με την μηχανή το μεσημέρι γλιστρώντας στην παγωμένη άσφαλτο, χαζεύοντας με πλάγιες ματιές μήπως πετύχω εσένα. Όχι ότι θα ήξερα τι θα σου έλεγα ή ότι θα έβρισκα το κουράγιο να σε κοιτάξω χωρίς να δακρύσω, αλλά να… είναι που θέλω να σε ξαναδώ ζωντανή μπροστά μου.

Δεν βαριέσαι σκέφτομαι, όλα στο μυαλό μου είναι. Η αγάπη, ο τρισκατάρατος έρωτας που έπαιξε ξανά μαζί μου, εσύ που νόμιζα ότι ήσουν η σωτηρία μου από την σαπίλα και από την μούχλα…

Όλα στο μυαλό μου είναι και εσύ υπάρχεις ακόμα μόνο εκεί. Βλέπεις εγώ σε έκανα αληθινή. Εγώ με την αγάπη μου, με τις σκέψεις μου, με τα γέλια μου και τα δάκρυα μου. Εγώ σου έδωσα ζωή και τώρα δεν μου μένει τίποτα άλλο από το να την πάρω πίσω, ας είναι ότι πιο δύσκολο έχω κάνει έως τώρα.

Δεν βαριέσαι σκέφτομαι.