Έφερα στα χείλη μου μια γουλιά καφέ, αρωματικός και γλυκόπιοτος σαν εσένα. Αν ήσουν εδώ θα σε γέμιζα φιλιά και αγκαλιές, η βροχή όμως επέμενε να με σηκώσει από το κρεβάτι.

Ορχήστρα δική της πλέκει καθώς πέφτει γοργά στις σκονισμένες στέγες και από εκεί κυλάει και χτυπιέται με αυτοκίνητα και με ακάλυπτους βιαστικούς ανθρώπους. Χωρίς ανάσα ξεκινά, ένα τρελό κρεσέντο, παρέα με τους σκουπιδογίγαντες που κάθονται ασάλευτοι στην άκρη των δρόμων και εγώ από το μπαλκόνι πια, απολαμβάνω τούτη την αλλόκοτη τσιγγάνικη κομπανία.

Μα όπως ήρθε, έφυγε και έμεινε το σκούρο τσιμέντο πιωμένο με το ποτό του ουρανού. Σαν σαλιγκάρια τα λιγοστά οχήματα σέρνονται από δρόμο σε δρόμο και εγώ ήδη αντάλλαξα με τούτη την πόλη την πρώτη μου φασαριόζικη καλημέρα.

Ένα φαρδύ χαμόγελο μου ξεφεύγει, σκέφτομαι πως ο δρόμος σε 3 μέρες θα με βγάλει στην όμορφη γειτονιά σου και εγώ με ανείπωτη χαρά θα καβαλήσω τον Πήγασο μέχρι την ζεστή φιλόξενη αγκαλιά σου. Ταξίδι, ταξιδάκι μαγικό με του έρωτα τα φτερά θα κάνω…

Advertisements