Ξάπλωσα, άπλωσα το κορμί μου να στρώσει. Το δωμάτιο μικρό, το γέμισα εικόνες, καμιά όμως δική σου γιατί πρέπει να σε ξεχάσω και δεν ξέρω άλλο τρόπο για να περάσω αυτό το λούκι. Δεν υπάρχει τίποτα απτό να σε θυμίζει, έτσι επίτηδες σαν να μην υπήρξες ποτέ.

Μου έστειλες μήνυμα πως αύριο τα μεσάνυχτα φεύγεις για Παρίσι, δεν ρώτησα γιατί και δεν μου είπες από μόνη σου. Μόνο μια τελευταία χάρη ζήτησες, στην έκανα αφού πρώτα σου ζήτησα και εγώ κάτι. Αν με αγαπάς άφησε με να σε ξεχάσω, σου έγραψα και αμέσως μετά δάκρυσα, ίσως για τελευταία φορά.

Μου έλεγες πάντα πως θα πηγαίναμε μαζί στο Παρίσι, θα ήταν εύκολο με τους συγγενείς που έχεις ακόμα εκεί. Το έλεγες και χαμογελούσες και εγώ μετά φανταζόμουν βόλτες στην Montmartre, κρυφτό κάτω από την Pont Neuf και φλύδες από αφράτα γαλλικά κρουασάν να πέφτουν το πρωί στα κατάλευκα ζεστά σεντόνια μας. Για λίγο άφηνα την φαντασία μου να καλπάζει και εσύ γινόσουν ομορφότερη, απλά και μόνο βλέποντας την χαρά μου…

Σηκώθηκα σήμερα το πρωί με το ζόρι, τσαλακωμένος ακόμα από ένα άστατο όνειρο. Σε θυμάμαι εκεί αλλά δεν ήσουν μαζί μου, σαν να έφευγες από εμένα κάθε φορά που σε πλησίαζα. Αγωνιούσα να σε αγγίξω αλλά μια ακατανόητη δύναμη με κρατούσε μακριά σου. Ήθελα να σου μιλήσω αλλά η γλώσσα μου δεν έβγαζε νόημα και οι λέξεις πέφτανε άκαμπτες σε ένα βαθύ σκοτάδι. Ξύπνημα με κούραση μιας εβδομάδας, ασήκωτο βάρος που δεν λέει να φύγει από πάνω μου μα κυρίως μέσα από την καρδιά μου.

Βαριά βλέφαρα, σχεδόν κλείνουν τώρα και εγώ μόλις που πρόλαβα να σου στείλω ένα «καλό ταξίδι«. Δεν πόνεσα πολύ, σαν να αντέχω και άλλο.

 

Advertisements