Βγήκα έξω με μια ανεμελιά, τράβηξα μια βαθιά ανάσα από τον υγρό αέρα και κοίταξα πέρα στο λιμάνι, εκεί ακριβώς στις κορφές των γερανών που κόβουν την ομίχλη. Όχι ήλιος πουθενά για να μου χαμογελάσει, δεν βαριέσαι σκέφτομαι. Που θα πάει θα φύγει η καταχνιά και από αυτήν την πόλη και από πάνω μου.

Βόλτες μόνος με την μηχανή το μεσημέρι γλιστρώντας στην παγωμένη άσφαλτο, χαζεύοντας με πλάγιες ματιές μήπως πετύχω εσένα. Όχι ότι θα ήξερα τι θα σου έλεγα ή ότι θα έβρισκα το κουράγιο να σε κοιτάξω χωρίς να δακρύσω, αλλά να… είναι που θέλω να σε ξαναδώ ζωντανή μπροστά μου.

Δεν βαριέσαι σκέφτομαι, όλα στο μυαλό μου είναι. Η αγάπη, ο τρισκατάρατος έρωτας που έπαιξε ξανά μαζί μου, εσύ που νόμιζα ότι ήσουν η σωτηρία μου από την σαπίλα και από την μούχλα…

Όλα στο μυαλό μου είναι και εσύ υπάρχεις ακόμα μόνο εκεί. Βλέπεις εγώ σε έκανα αληθινή. Εγώ με την αγάπη μου, με τις σκέψεις μου, με τα γέλια μου και τα δάκρυα μου. Εγώ σου έδωσα ζωή και τώρα δεν μου μένει τίποτα άλλο από το να την πάρω πίσω, ας είναι ότι πιο δύσκολο έχω κάνει έως τώρα.

Δεν βαριέσαι σκέφτομαι.

Advertisements