Κοντεύει έντεκα, γυρίζω από τα γενέθλια ενός καλού φίλου. Είμαι καβάλα στον Πήγασο και οδηγώ, τον κρατώ σφιχτά με τα πόδια, γαντζώθηκα πάνω του για να με επιστρέψει σπίτι, ξέρω ότι κανένας δεν με περιμένει. Βρέχει, όχι πολύ αλλά αρκετά για να νιώσω την παγωμένη υγρασία να τρυπά το ύφασμα του τζιν και από εκεί βαθιά να την ρουφάνε τα κόκκαλα μου. Τα πόδια μου έχουν μουσκέψει για τα καλά, διασχίζω μια πόλη γεμάτη αυτοκίνητα, σχεδόν γιορτινή. Θα έπρεπε να τουρτουρίζω αλλά δεν με νοιάζει.

Προσπαθώ να αποφύγω τις λευκές γραμμές στις διαβάσεις που γλιστρούν διαβολεμένα αλλά το μυαλό μου πετάει. Θυμάμαι τότε που επιστρέφαμε από την Ξάνθη πριν δυο χρόνια και μας έπιασε μια τρομερή καταιγίδα στον Λαγκαδά, βλέπαμε από μακριά τον θυμωμένο ουρανό να ετοιμάζεται να μας πνίξει. Σκοτάδι και αγέρας απλώθηκε ξαφνικά και εμείς μπήκαμε στην καρδιά της. Τουλούμια βροχή μας πλάκωσαν, τέτοια μανία είχαμε να δούμε από το Πόρτο Λάγος ένα παλιό καλοκαίρι, θυμάσαι; Εσύ τότε είχες τυλιχτεί πάνω μου, γέμισε ο τόπος αστραπές και ο αέρας λυσομανούσε, ήταν τέτοια η ένταση του που μέχρι και τα αυτοκίνητα είχαν κόψει με αλάρμ στην άκρη. Ορατότητα μηδέν και η βροχή να έχει μετατρέψει τον δρόμο σε μια τεράστια λίμνη και εσύ εκεί γαντζωμένη πάνω μου, άρχισες να τρέμεις. Το νερό μας διαπέρασε ως το μεδούλι ενώ εγώ πάλευα να κρατήσω μια ευθεία καθώς οι ρόδες μου χόρευαν τρελό ζιγκ, ζαγκ. Το μόνο που σκεφτόμουνα ήταν να σε επιστρέψω πίσω ασφαλή, φούσκωνα το στήθος μου και όρθωνα ανάστημα μήπως κόψω και καλά την μανία των αρχέγονων στοιχιών, να μην σε πάρουν από εμένα.

Έτρεμες αλλά δεν έκανες κιχ, μόνο με κρατούσες και υπέμενες στωικά μέχρι που περάσαμε καρφί από μέσα τους και μετά ξανά γαλήνη, φτάσαμε τελικά ζωντανοί. Τρυπώσαμε με το ρίγος πια μέσα μας στο υπογειάκι και εγώ άρχισα γρήγορα να σου βγάζω τα βρεγμένα ρούχα, όλα ένα προς ένα. Ψαράκι σπαρταρούσες, σε τύλιξα με μια μεγάλη πετσέτα και σε έτριβα δυνατά μέχρι να κυλίσει ξανά το αίμα. Σε φίλησα γυμνή καθώς ήσουν, σε τράβηξα στην αγκαλιά μου μέχρι που έπαψες να τρέμεις πια, απλά μαζεύτηκες μέσα μου…

Σε ερωτεύτηκα ξανά από την αρχή εκείνο το βράδυ, παράφορα, απόλυτα. Σκέφτηκα πως δεν θα σε άφηνα ποτέ. Κανέναν και τίποτα να μας χωρίσει, τίποτα!

Ο δρόμος τέλειωσε πια, μπήκα στην πυλωτή και άφησα την μηχανή στην γωνιά της για το βράδυ. Άρχισα τελικά να κρυώνω, δεν βγάζω ακόμα το κράνος μόνο σκέφτομαι. Δεν με περιμένει κανείς εκεί πάνω, είμαι μόνος και εσύ θα σαι στα σίγουρα στον καναπέ σου ξαπλωμένη και στεγνή. Καληνύχτα αγάπη, άραγε με ακούς; Καληνύχτα…

Advertisements