Τα μάτια τρίζουν, άπλυτα στεγνά από τον χθεσινό ύπνο. Πάνω μου πέφτει το πρώτο φως, χλωμό αυτήν την εποχή πια και συνήθως ψυχρό, δεν σαλεύω ακόμα αλλά γυρίζω πλευρά, πάλι έχω πιαστεί. Ρίχνω μια θολή ματιά στο ψηφιακό ρολογάκι, γράφει 08:00. Τραβάω το πάπλωμα πάνω μου να το νιώσω καλά στο κορμί μου, τρύπωσε από κάτω φρέσκος παγωμένος αέρας ενώ εγώ θέλω να κρατήσω πάνω μου την ζέστη. Μπλεγμένο σεντόνι, πάλεψα μαζί του την νύχτα και τελικά κατάφερα να το κρατήσω μαζί μου.

Αλλάζω ξανά πλευρό, κοιτάζω μέσα από το τζάμι και τώρα μαζεύω μέσα στην αγκαλιά μου ένα μεγάλο μαξιλάρι. Ακόμα δεν έχει φύγει η αύρα σου από εμένα και κάποιες φορές απλώνω μηχανικά το χέρι μου ώστε να σε τυλίξω απαλά μέσα στο δικό μου σώμα. Σταματάω, ο εγκέφαλος μου με προειδοποιεί ότι πρόκειται μόνο για μια ανάμνηση, μια γλυκιά συνήθεια, που τώρα όμως δεν υπάρχει πια. Έλα όμως που θα έπαιρνα όρκο πως έπιασα το άρωμα σου δίπλα μου. Για λίγο συνοφρυώνομαι και αποφασίζω να υπερνικήσω την βαρύτητα με μια πλάγια μεταφορά των ποδιών μου από το οριζόντιο στο κάθετο, μια παύση και τεντώνομαι.

Σέρνω κυριολεκτικά τα πόδια μου, πίνω μια γουλιά νερό από την κουζίνα (ένας πάγκος αλήθεια) και έχω ήδη μπει στο μπάνιο. Ένα γρήγορο κατούρημα και δυο χούφτες νερό στο πρόσωπο με λευκό σαπούνι, πιτσιλώ παντού αφού ο νεροχύτης μου πέφτει κομμάτι κοντός, στέγνωμα με την πετσέτα που όσο μαλακτικό και να βάζω μου φαίνεται πάντα σκληρή, σχεδόν ξύλινη. Μια σκέψη επαναλαμβάνεται και γίνεται λέξη που παίζει σε λούπα, (καφές, καφές, καφές). Ευτυχώς δεν χρειάζομαι τσιγάρο, πάλι καλά σκέφτομαι και βγάζω το μπρίκι. Η μηχανή του espresso χάλασε και αυτές τις μέρες βολεύομαι με ελληνικό. Μερακλίδικος πάντως, όσο μου επιτρέπει το ηλεκτρικό μάτι της κουζίνας. Βάζω μουσική και αφού γεννηθούν δύο φούσκες, τον χύνω απαλά σε μια γενναιόδωρη κούπα. Η μύτη μου έχει ήδη σπάσει από το σκούρο χαρμάνι και αφού κάτσω μπροστά στην οθόνη φέρνω αργά στα χείλη μου την πρώτη γουλιά… απόλαυση.

Καφέ το πρωί έπινα πάντα μόνος, από μια παραξενιά εσύ δεν έπινες ποτέ, δεν σου άρεζε έλεγες, σου ήταν πικρός και άβολος στην γλώσσα. Σε τραβούσε όμως το άρωμα του και έτσι μερικές φορές σου έδινα μια μυρωδιά τζούρα, πριν τραβήξω την δικιά μου. Μετά έριχνα τα μάτια μου μέσα σου και σφράγιζα την μέρα με ένα άγγιγμα, παρέα με ένα φιλί…

Πως το είπαν εκείνο το τραγούδι οι Κατσιμίχα, «είμαστε ακόμα εδώ», είμαι ακόμα εδώ.


Advertisements