Αμφιβάλλω αν θα διαβάσεις αυτό το post απόψε, αμφιβάλλω αν θα διαβάσεις κάτι από όλα αυτά τα ψήγματα των σκέψεων μου. Ακόμα και όταν ήμασταν στα πάνω μας, σπάνια διάβαζες αυτά που έγραφα και ας ήταν τα περισσότερα για σένα, για έμας. Σημάδι μήπως;
Είσαι τώρα αλλού, το μας έγινε σου και μου και δεν έχω πια ιδέα που γυρνάς, αν κοιμάσαι μόνη ή αγκαλιά με εκείνον τον γάτο σου τον τούρκο.

Ρε συ κοριτσάκι ξύπνησες από τότε με ένα σφίξιμο στην κοιλιά, πετάχτηκες μες στο πηκτό σκοτάδι ψάχνοντας το χέρι μου, ανοιγόκλεισες τα μάτια προσπαθώντας να διακρίνεις στις σκιές φιλικά φαντάσματα, απόηχους γέλιων γλυκών, τρανταχτών; Θα ήθελα να ξέρω, ίσως έτσι να καταλάβω ότι μέτρησα. Εγώ το έκανα ξέρεις, ψάχνω ακόμα το δικό σου, ευτυχώς όχι συχνά, ευλογία…
Α ξέρω όμως τι σκέφτεσαι, αλήθεια ξέρω. Νομίζεις ότι πια δεν με χρειάζεσαι πλάι σου, βλέπεις πίστευες και πίστευα πως θα έμενες για πάντα ερωτευμένη για πάντα μεθυσμένη, ζαλισμένη από το καλύτερο ποτό, να κερνάς όλον τον κόσμο και να μην ξεμένεις. Έλα όμως που ήταν μπόμπα, κάποιος το νόθευσε καλή μου και τώρα πια είναι αργά, μας χάλασε για τα καλά. Είσαι όμως δυνατή, το ήξερα πάντα ότι ήσουν δυνατότερη από εμένα, άσπιλη από δραματικούς χωρισμούς, ανέγγιχτη από μελοδράματα και ας μην ήτανε καθόλου φτηνά, ελπίζω μόνο περαστικά.

Κοιτώ γύρω μου και βλέπω τρύπες, κενά που χάσκουν απειλητικά έτοιμα να με καταπιούν, παγωμένες ελλείψεις έρωτα και αμυδρών αισθημάτων. Πόσο γλυκανάλατα σου ακούγονται όλα αυτά, πόσο εύκολα βγαίνουν όμως από μέσα μου τώρα.

Πανοπλία σε είχα κάνει και όταν έφυγες κατέρρευσε σαν ένα μάτσο τίποτα, θαρρείς και ήταν χρόνια σκουριασμένη από μέσα. Φύλλα ξερά που τα πήρε ένας ταξιδιάρης άνεμος για άλλα μέρη μακρινά και δυσπρόσιτα από μένα.

Advertisements