Ρίχνω μια κλεφτή ματιά στα κόκκινα φωτεινά γράμματα, 10:50…

Ρίχνω τον σβέρκο μου πίσω, τον αφήνω να αράξει αναπαυτικά στο μαλακό ύφασμα, μια προσωρινή ανακούφιση φυτρώνει εκεί ψηλά. Νιώθω τους μυς να αποσυμπιέζονται, σαν να θέλουν λάδωμα έτσι όπως τρίβονται πάνω στον αυχένα μου. Μικρά τριξίματα ακολουθούν διαγώνιες κινήσεις μου, μετά σταματώ ξανά.

Αφήνω τα μάτια μου να κλείσουν για λίγο. Αναπνέω αργά ρυθμικά από την μύτη, κρατώ το στήθος μου φουσκωμένο, ο αέρας παλεύει να βγει. Σαν να μην υπάρχει πολύ οξυγόνο εδώ μέσα, φοβάμαι μην μου τελειώσει ξαφνικά.

‘Ενα γλυκό πουπουλένιο φιλί, μαζί με την μυρωδιά σου άφησε έντονο το αποτύπωμα του πάνω μου χθες. Το χέρι σου που το τραβώ για να με τυλίξει, σαν φυλαχτό το μαζεύω στον κόρφο μου και μετά συνήθως κοιμάμαι. Όταν σε έχω εδώ, όταν αφήνεις τον υπέροχο σμαραγδένιο σου εαυτό να λάμψει, όταν αγνοείς τους άλλους και με γεμίζεις με δυο μάτια. Mαύρα μαργαριτάρια τα απόθεσες μέσα στα δικά μου.

Ηρέμησα, γαλήνεψα καθώς ένιωσα το δέρμα σου ζεστό. Ζωντανές μικρές χαδιάρικες τριχούλες σου μπλέκονται σιγά, σιγά, με τις δικές μου και η νύχτα περνάει…

Πως σιχαίνομαι τα χλωμά πρωινά ξυπνήματα. ‘Αν ήταν στο χέρι μου να το ξέρεις, δεν θα σε άφηνα από την αγκαλιά μου. Θα σε γαργαλούσα, μέσα από γοργά, κοφτά φιλιά θα έκλεβα τα χαμόγελα σου, να έχω κάτι για μετά όταν θα με πλακώσει η μέρα.

Πως σιχαίνομαι όλα αυτά τα βιαστικά, πνιγμένα μέσ΄στα «πρέπει» πρωινά και εσύ να κρύβεις το κορμί σου κάτω από ρούχα της δουλειάς.

Δύσκολα που κοιμάμαι τελευταία, ανάπαυλα το σώμα θέλει και το μυαλό…το μυαλό εσένα πάλι αποζητά. Μικρή μου θα κοιμηθείς καλά μόνη απόψε ;

Advertisements