Θεέ μου, γίνομαι τόσο άσχημος όταν θυμώνω, ένα ψηλό τέρας, άτριχο κιτρινιάρικο καμπούρικο γκόλεμ. Λίγοι με είδαν έτσι, λιγότεροι θα με ξαναδούν. Είναι σαν μια σφαίρα που σπάει την γαλήνια επιφάνεια μιας μικρής λίμνης το κατακαλόκαιρο όταν δεν κουνιέται φύλο. Γίνεται ξαφνικά, βίαια, καταλυτικά και τότε παύω να σκέφτομαι, με πλημμυρίζουν ποτάμια κρυφής οργής και σατανάδες τριβελίζουν το μυαλό μου.

Ο έλεγχος χάνεται και η αυτοσυγκράτηση πάει περίπατο, το ζώο βγήκε παγανιά και όποιον πάρει ο χάρος. Με σιχαίνομαι όταν είμαι έτσι, νομίζω πως θα κάνω κακό σε κάποιον, σε κάποιον που αγαπώ πολύ. Συνήθως πληγώνουμε περισσότερο αυτούς που αγαπάμε και εκείνοι με την σειρά τους το ίδιο. Σκατένια που γίνονται όλα τέτοιες θλιμμένες μέρες. Κάπου δίπλα μου κάποιος αργοπεθαίνει και εγώ παλεύω με αόρατους εχθρούς, με αρχαίες Ερινύες και εκείνο το φρικτό κιτρινιάρικο γκόλεμ. ‘Οσο και αν λάμπει έξω ο ήλιος μέσα μου φυτρώνει μόνο σκοτάδι, πυκνό, απροσπέλαστο.

Να μπορούσα να φύγω από όλα αυτά, να έβγαζα φτερά, να πετάξω μέχρι την αυλή του Θεού και να τον ρωτήσω γιατί με άφησε, γιατί έπαψα να πιστεύω πια σε εκείνον. Αν είμαστε όλα παιδιά του γιατί αφήνει να ματώνουν οι αγνοί, οι αθώοι, γιατί πρέπει να δοκιμαστώ μέσα από φωτιά και θειάφι για να φτάσω στην λύτρωση. Ο άνθρωπος γεννήθηκε τελικά για να τυραννιέται, πολύ σκληρό, πολύ ειρωνικός τρόπος για να ζεις αλήθεια.

Νιώθω την απόγνωση σαν κακιά σκιά να αναπνέει από πάνω μου και ο πόνος μεγαλώνει ακόμα, δεν λέει να φύγει, μάλλον ήρθε για να μείνει. Που είναι ο φύλακας άγγελος μου; Αλλά ξέχασα, εγώ πλέον δεν πιστεύω…

Advertisements