old-clothes-old-life-3.jpg 

Αφήνω την μουσική να εισχωρήσει στα αυτιά μου και από εκεί κατευθείαν σε όλες τις νευρικές απολήξεις του εγκεφάλου μου. Φυγή μετά μουσικής που λένε, από τι σκέφτομαι;

Προχθές βρέθηκα στον σταθμό των ΚΤΕΛ, καθόμουν στον χώρο αναμονής απέναντι από τα εκδοτήρια εισιτηρίων. Ήταν βράδυ πια και έξω η αφιλόξενη υγρασία δεν άφηνε γωνιά ζεστή για τους ανθρώπους, ειδικά για τους πεσόντες, τους άτυχους, τους τρελούς. Στα απέναντι καθίσματα ένας συνάνθρωπος τραγουδούσε φωναχτά, θα ήταν στα πενήντα του κοντά, ίσως και πιο νέος. Δεν μπορείς να πεις με σιγουριά, η ζωή στον δρόμο φθείρει, χαράζει πιο εύκολα την σάρκα μαζί και την ψυχή. Ένα λερωμένο χακί τζάκετ ριγμένο στους ώμους τους παλιούς, τζιν φθαρμένο λερωμένο από χρώμα και σκόνη σαν αυτήν που βρίσκεις στα γιαπιά και ένα παλιό τζόκεϊ. Στολή για τον άστεγο μεσήλικα, στα σίγουρα μήνες πολλούς μαζί του. Μια σακουλίτσα κίτρινη πλάι του και δυο κουτάκια τελειωμένης μπύρας. Έπινε μια, δυο γουλιές και μετά το τραγούδι μονολογούσε, έλεγε για πολλά, σαν να είχε κάποιον απέναντι του έδινε συμβουλές, μια παύση και πάλι συνέχιζε. Το σώμα του κυρτό, τα πόδια το ένα πάνω στο άλλο απλωμένα μπας και νιώσει πιο άνετα. Δεν πείραζε κανέναν, ούτε έβριζε, ούτε προκαλούσε, μόνο συνέχιζε να πίνει και να μονολογά.

Είκοσι λεπτά μετά κάποιος τον πλησιάζει, στέκεται από πάνω του αυστηρός. Τον γνωρίζει, σαν να του λέει να φύγει, θα τον έχει ξαναδεί εκεί πέρα.

– «Δεν πρέπει να πίνεις και να έρχεσαι εδώ πέρα» επιμένει.

– «Που να πάω, έξω έχει κρύο, δεν πειράζω κανέναν εδώ στην γωνιά που κάθομαι. Εσύ καλό παιδί είσαι, κάνε το καλό και ρίξτο στο γυαλό»

Κάτι του ξαναείπε ο άλλος, για δουλειά λέει, να πάει σπίτι του στην γυναίκα του λέει, να σταματήσει να πίνει λέει. Πολλά λέει ο «κύριος» το καλό παιδί, αλλά εντέλει τον σηκώνει και περπατούν μαζί προς την άλλη πλευρά. Η σκηνή έληξε, ο γέρο τρελός απομακρύνθηκε και εμείς μπορούμε να συνεχίσουμε ήσυχοι να κοιμόμαστε τον ύπνο του δικαίου.

Γυρίζω πλευρό και κάνω πως κοιμάμαι και εγώ. 

Advertisements