Είναι δύσκολο να κρατήσεις φιλίες, το έμαθα αυτό τα τελευταία χρόνια. Δύσκολο επίσης να κρατήσεις συνεργασίες που είναι και φιλίες μαζί. Συνήθως ξεκινούν υπό τις καλύτερες προϋποθέσεις, με κοινούς στόχους και όνειρα, με ατέλειωτο δημιουργικό χαβαλέ σε ένα μικρό δωματιάκι, στο στρατώνα κάτι υγρές παγωμένες βραδιές και το «γερμανικό» να σε κρατάει ξύπνιο, αλλά πάντα μια σκέψη εκεί να σε ζεσταίνει.

Οι φιλίες τελικά δεν κρατάν πάντα και αν κρατούν αλλάζουν και ενώ κάποιες με τον χρόνο γίνονται όλο και καλύτερες, πιο ουσιαστικές, κάποιες άλλες απλά στεγνώνουν, μουχλιάζουν. Πως είναι το ψωμί άμα το αφήσεις στη ψωμιέρα για καμιά βδομαδούλα, έτσι και αυτές μπαγιατεύουν και όσο απαραίτητο και αν είναι το ψωμάκι για να ζήσεις, το πετάς τελικά και παίρνεις άλλο…

Είναι δύσκολο πολύ λοιπόν να συμβιώνεις, να μοιράζεσαι, να στερείσαι και να στερείς. Ειδικά όταν αντιλαμβάνεσαι το τελευταίο αλλά δεν λες να αλλάξεις. Που να αφήσεις στην άκρη ένα τσουβάλι εγωισμό και δέκα κιλά ψωροπερηφάνια. Πως να ανοίξεις το στόμα σου, όταν για το μόνο που έχεις να πεις είναι ο εαυτός σου, άντε και για την ανείπωτη αδικία που διαπράχθηκε εις βάρος σου.

Ά ρε «εαυτούληδες» που είμαστε οι πολλοί, μια χούφτα οι άλλοι. Που να ακουστούν, πως να φέρουν την άνοιξη, τι σκατά να αλλάξει σε αυτήν την άψυχη πια πόλη, όταν εμείς οι ίδιοι έχουμε πουλήσει ψυχή και σώματι για μια HDTV και μια θέση για πάρκινγκ. Τι περιμένουμε να αλλάξει πραγματικά σε αυτήν την χώρα, στον κόσμο ολάκερο που του φάγαμε και αυτού τα σωθικά και θα πιούμε μέχρι και το μεδούλι.

Αναρωτιέμαι, τι είναι αυτό που με κάνει διαφορετικό, καλύτερο και είμαι; Γιατί πρέπει να δέχομαι τα πράγματα ως έχουν, γιατί πιστεύω ότι μπορώ να τα αλλάξω;

Όχι, δεν είναι όλα τα παραπάνω φιλοσοφικά ερωτήματα ενός ταλαιπωρημένου μυαλού. Μάλλον απόγνωση μιας βασανισμένης ψυχής, σκοτεινής και απόμακρης, γεμάτη μυστικά και γρίφους.

Ποιος θα είναι αλήθεια ο «τρελός» που θα με καταλάβει. Που είστε εσείς οι σκοτεινές, ταλαίπωρες ψυχές μήπως και κάνουμε παρέα…

Advertisements