Μαζεύω τις σκέψεις μου από το ξύλινο δάπεδο, το κοιτάω εδώ και πολύ ώρα, τόσος πόνος από που ήρθε; Περνάν οι ώρες πρώτα αργά, βασανιστικά, μετά τα λεπτά, τα δευτερόλεπτα μέχρι που έπεσε το σκοτάδι. Ακούω την καρδιά μου που αλλάζει συνεχώς ρυθμό, ρετάρει στα σίγουρα. Σηκώνω την ένταση στο «Svefn-g-englar» μήπως και κρύψει τον φόβο μου, ελπίζω να χαθώ μέσα στις νότες, το κορμί μου είναι βαρύ γαμώτο, κουνιέμαι με το ζόρι, ακουμπάω ξανά το κεφάλι πίσω στην καρέκλα, κλείνω τώρα τα μάτια, τίποτα.

Ένα παράπονο με γεμίζει, στάλα, στάλα, το νιώθω να ξεχειλίζει. Που να βρεις παρηγοριά τέτοιες ώρες, η ένταση μουδιάζει το κορμί μου και τα λόγια ακόμα αχνά ηχούν στα αυτιά μου.

Λόγια που ειπώθηκαν πολλές φορές, τόσες που έχασα το μέτρημα, που κούρασα την γλώσσα, δεν θέλω να μιλάω άλλο, φτάνει μωρέ, ποιος θα την καταλάβει αν όχι εγώ, ποιος θα με καταλάβει αν όχι αυτή;

Κοριτσάκι μου κουράστηκα, κουράστηκες και εσύ στα σίγουρα, κρίμα που δεν μπορώ να σου δείξω τον δρόμο, κρίμα που δεν είμαι τελικά άτρωτος από δάκρυα, απότομες παγωμένες φωνές και κοφτά βλέμματα. Κρίμα που νιώθω άδειος κάτι τέτοιες στιγμές, στεγνός από όνειρα, σαν να τα βλέπω και αυτά να χάνονται βαθιά μέσα στις φοβισμένες καρδιές μας.

Πρέπει να πάψω τώρα να σκέφτομαι, θα αφήσω την κούραση να με πλακώσει, δεν θέλω τώρα τίποτα άλλο, μόνο να κοιμηθώ, έναν βαρύ ύπνο δίχως όνειρα, δίχως αστέρια, να βουλιάξω στο μαύρο και όταν ξυπνήσω να χαμογελάω, όχι από ευτυχία αλλά από μια γλυκιά σωτήρια λήθη. Ανέμελος χαζούλιακας, σκοτούρες άλλες δεν θέλω πια…

Advertisements