Λίγο μετά το μεσημέρι, οδηγώ νωχελικά στην σχεδόν έρημη Θεσσαλονίκη. Έχει ζέστη, οι λίγοι άνθρωποι που πέφτουν στο οπτικό μου πεδίο κινούνται με ρυθμούς χελώνας, το βλέπεις ότι βαριούνται.

Κατευθύνομαι προς Μηχανιώνα επί της Εγνατίας ακόμα και σε λίγα λεπτά φτάνω στην μεγάλη διασταύρωση που τέμνεται η Παπαναστασίου με την Κωνσταντίνου Καραμανλή, απέναντι μου και αριστερά είναι το κτίριο του Γκάλη, απέναντι μου και δεξιά είναι ένας ταλαίπωρος παππούς, σχεδόν αιωνόβιος που προσπαθεί να κατέβει το πεζοδρόμιο κρατώντας ένα μπαστουνάκι.

Με έχει πιάσει το φανάρι και έτσι τον βλέπω καλά, έκανε να πατήσει το ένα πόδι κάτω ρίχνοντας το βάρος του στο μπαστούνι, αλλά δίσταζε, έτρεμε ολόκληρος, σαν παλιό δίχρονο MZ που δούλευε στο ρελαντί και είναι έτοιμο να σβήσει. Κοίταξε απέναντι να δει την διάβαση, κοίταξα και εγώ στα γρήγορα, 100 – 130 μέτρα έως απέναντι, αυτοκίνητα έτοιμα να ξεχυθούν από 5 μεριές και ας μην είχε και κίνηση, το να την διαβείς φάνταζε μάλλον αδύνατο, ίσως αν ήταν καμιά 30 χρόνια νεότερος, ίσως…

Εκείνη δα την στιγμούλα, αιωνιότητα για αυτόν, φευγαλέα για μένα, αντέδρασα. Πριν ανάψει πράσινο, ανάβω φλας για δεξιά (αφού ήμουν στην τέρμα αριστερά λωρίδα του δρόμου), καβαλάω το πεζοδρόμιο από την μεριά του παππού για να μην κινδυνεύω από την επερχόμενη κίνηση, σβήνω κινητήρα, βγάζω κράνος και με ένα σάλτο τον πλησιάζω στα γρήγορα. Προς στιγμή σαν να σάστισε ο καημένος, μετά κοιταχτήκαμε στα μάτια και εγώ τον ρώτησα.

εγώ: Μήπως θα θέλατε βοήθεια να περάσετε απέναντι;

παππούλης: Αυτό θα ήταν πραγματικά ευγενικό εκ μέρου σας.

εγώ: Παρακαλώ, (εντωμεταξύ του απλώνω το χέρι και εκείνος πλέον με κρατάει όσο πιο γερά μπορεί και έτσι σιγά, σιγά, περνάμε απέναντι, περιμένοντας τον Γρηγόρη και ελέγχοντας για βιαστικούς και απρόσεκτους). Με τον ρυθμό σας, μην ανησυχείτε του λέω.

παππούλης: Έτσι σκοπεύω να κάνω παιδί μου.

Κάποτε φτάνουμε απέναντι. Τον στηρίζω για μια ακόμα φορά, ίσα, ίσα, για να ανέβει το τελευταίο πεζοδρόμιο, με αφήνει μαλακά, απλώνει το ροζιασμένο χέρι του προς ένα σκονισμένο δεντράκι για να στηριχθεί, να ισιώσει. Με ευχαριστεί με απέραντη ευγένεια, μου δίνει την ευχή του, πριν φύγω τον ρωτάω ευγενικά πόσο χρονών είναι. Με κοιτάζει περήφανα και μου λέει » 95″ ! Τον παρατηρώ για λίγο καθώς διανύει τα επόμενα μέτρα, μερικά εκατοστά την φορά. Αυτή η πόλη έγινε αφιλόξενη για όλους…

Κάνω στροφή, κοιτάω εγώ τώρα την διάβαση για να περάσω, νιώθω υπέροχα, μια γλυκιά ζεστασιά ξεκινά να με γεμίζει, νομίζω ότι στάζει από την καρδιά μου. Φτάνω στην κεντρική νησίδα, σαν να ακούω από πίσω μακριά κάποιον να φωνάζει. Συνεχίζω μέχρι που είμαι πια στην μηχανή. Οι φωνές συνεχίζουν πιο έντονες, νομίζω ότι ακούω την λέξη παλικάρι ή κάτι τέτοιο. Κοιτάζω προς την κατεύθυνση του παππού, πάνω ψηλά στο ρετιρέ της πολυκατοικίας, κάποιος άγνωστος άνδρας μου μιλά. Καταλαβαίνω πια ότι απευθύνεται σε μένα, μου λέει μπράβο, το φωνάζει, του απαντώ φωναχτά πίσω με ένα ευχαριστώ, του λέω πως δεν έκανα δα και τίποτα. Κουνάει τα χέρια σαν να με χαιρετά, μου λέει όσο πιο δυνατά μπορεί, «αυτό που έκανες, είναι πραγματικά πολύ σπουδαίο, μπράβο σου !», τον ευχαριστώ για μια ακόμα φορά χαιρετώντας τον, έχω ήδη φορέσει το κράνος μου και βάζω μπροστά.

Αισθάνομαι πια τρανός, κύριος της μοίρας μου, προστάτης των αδυνάτων, σούπερμαν χωρίς το (s), ακούω την καρδιά μου να πάλλεται δυνατά, όλο και πιο γρήγορα. Είμαι ο «Λούκυ της ασφάλτου», άρχοντας και ταπεινός ιππότης, ρομαντικός και ατρόμητος Δον Κιχώτης. Τι ευφορία είναι αυτή, χαμογελώ από άκρη σε άκρη, τζάμπα ευτυχία σε μια χορταστική ρουφηξιά, τόσο απλά, τόσο εύκολα, είμαι ακόμα ζωντανός άνθρωπε μου, είμαι λαμπερός, είμαι ευτυχισμένος…

Advertisements