(Έφαγα κάνα δυο ωρίτσες μέχρι να σε σινιάρω καλή μου, ε πως, τόσο δρόμο θα κάνουμε μαζί, σου αξίζει. Θα σε κλειδώσω σφικτά με τους μηρούς μου, έτσι για να σε νιώθω καλύτερα και φύγαμε πέρα από τα όρια της πόλης. Μόνοι, εσύ και εγώ όπως παλιά).
Η μέρα μόλις είχε αρχίσει να ζωντανεύει και ο κολλητός μου ο ήλιος ξεκίνησε να με ραντίζει αραιά με το κόκκινο πολύχρονο ραβδί του.
Χαρούμενος σιγομουρμούριζα έναν άγνωστο σκοπό, δικό μου περίεργο τραγούδι για να συνοδεύσω τον δικό σου ράθυμο γουργουρητό. Σαν έφτασα στην πρώτη μεγάλη διχάλα, έγειρα απαλά το κορμί μου προς τα δεξιά και σημάδεψα την παλιά Εθνική οδό με μια αίσθηση γλυκιάς προσμονής να με κυριεύει.
Για όσους έχουν να κάνουν καιρό την διαδρομή Θεσσαλονίκη – Ξάνθη από εκεί, τους περιμένουν πολλές ξεχασμένες αναμνήσεις, ακουμπισμένες εκεί στην άκρη του δρόμου. Δεν χάθηκαν ακόμη, μόνο μαζεύουν σκόνη και αλμύρα.
Γελούσα και χάζευα μέσα από το κράνος, καθώς έβλεπα τη βόλβη παγωμένη να στολίζει την πεδιάδα δίπλα μου. Κρύο αρκετό περνούσε μέσα, αλλά όχι ικανό να παγώσει τα κόκαλα μου. Το αίμα μου ακόμα ζεστό, έδινε μάϊνες στην καρδιά μου και εκείνη δούλευε όλο και πιο καθαρά. Χαλαρός ο δρόμος μπροστά, ήταν σε καλύτερη κατάσταση από ότι περίμενα. Κίνηση σχεδόν ανύπαρκτη, πολλοί στα σίγουρα θα προτίμησαν την Εγνατία οδό, άλλοι πάλι το κρεβάτι τους που να ξεμυτίσουν νωρίς με τέτοιο κρύο.
Ρεντίνα
Γρήγορα, χωρίς να το καταλάβω έφτασα στην Ρεντίνα. Ο δρόμος απότομα στένεψε και μια κοφτή αριστερή με επαρκή σήμανση προειδοποιούσε “μην περνάτε τον δρόμο σε καιρό πλημμύρας, κίνδυνος” ή κάτι τέτοιο τέλος πάντων. Η νέα παράκαμψη που δημιουργήθηκε, σαν φίδι ξετυλίγεται από ψηλά στα χαμηλά, σαν να χώνεται μέσα από την γη και όχι από πάνω όπως θα έπρεπε. Αν βρέξει πολύ εδώ, την πάτησες μεγάλε, σκέφτομαι. Θα πρέπει να είσαι τρελός για να περάσεις πέρα σώος.

Έριξα το βλέμμα μου σε εκείνο το μεγάλο δέντρο απέναντι από το εκκλησάκι, έπιανε αρμονικά τον χώρο του μέσα στο υπόλοιπο τοπίο. Αντίθετα με το ίδιο το εκκλησάκι που στριμώχτηκε δίπλα από την άσχημη μπαριέρα, σαν να το πέταξε κάποιος εκεί και έφυγε βιαστικά από την ντροπή.
Καβάλησα στα γρήγορα, ήθελα να χωθώ στα Μακεδονικά Τέμπη λίγο παραπέρα. Φθαρμένο πράσινο και χίλιες αποχρώσεις του καφέ γέμισαν την ματιά μου. Άφησα την γκαζιέρα χαλαρή να σαλεύει στην χούφτα μου μέσα, έδωσα στην μύτη μου την ευκαιρία να ρουφήξει άπληστα τον χειμώνα που φεύγει και αφήνει την γη σαν ατζαμής εραστής ένα ξάστερο βράδυ. Τι θλιμμένη ομορφιά που γέννησε τούτο το δάσος μέσα μου, σχεδόν θέλω να σταματήσω. Σαν να απολαμβάνω όμως καλύτερα την διαδρομή έτσι από ψηλά πάνω στην καλή μου, μια ανεξήγητη χαρά με σπρώχνει να βρω θάλασσα, στα σίγουρα δεν θα την χάσω.
Στο “Ακρογιάλι”
Σαν ταξιδεύεις με ανάλαφρη καρδιά, χρόνος δεν σε αγγίζει και εγώ βρέθηκα όπως παλιά στην πρώην στάση. Πριν η Εγνατία απλώσει την πίσσα της από άκρη σε άκρη, όλα τα ΚΤΕΛ και μη εδώ ξεκούραζαν την μηχανή τους, στο “Ακρογιάλι”. Πρώτη μεγάλη στάση για τους πιο πολλούς, φρέσκους ταξιδιώτες που δεν ήξεραν καλά την διαδρομή και είτε το στομάχι, είτε η φυσική τους ανάγκη, επέβαλε μια γρήγορη επίσκεψη στο γιαλό, στην άκρη του σαν λέει και το όνομα του. Μαγειριό του νταλικιέρη, το παστέλι του μικρού αλλά και του μεγάλου παιδιού, ένας ελληνικός για τον παππού και έναν φραπέ για όλους τους άλλους. Θυμάμαι πως δεν μου άρεζε όταν εδώ χρόνια πριν, κατέβαινα επιβάτης και εγώ από το παλιό λεωφορείο. Άχαρο μέρος το έβρισκα και δρόμο πολύ είχα ακόμα μπροστά μου. Μα σαν την θάλασσα έβλεπες, εύκολα ξεχνιόσουν και μια ανάσα από την αύρα της, ήταν αρκετή για να συνεχίσεις πιο κάτω.
Άσχημο σύρμα περίφραξης τώρα πια το ορίζει και ούτε στη θάλασσα δεν μπορείς να βγεις, να βρέξεις λίγο την ματιά σου. Πωλείται μαζί με το γιαλό και όλη την άμμο δώρο…

Μια περίεργη στεναχώρια με άγγιξε ή μήπως μια ανάμνηση ξεχασμένη ; Λύπη για αυτά που ήτανε και όλα όσα σήμερα δεν είναι. Γύρισα την πλάτη στο παλιό κτίσμα, βόλεψα το ανάστημα μου στην γνωστή σέλα και με μια σύντομη μιζιά πήρα και πάλι δρόμο.
“Κυανή Ακτή”
Αν ήσουν από τους άλλους, από αυτούς που επέστρεφαν στην μεγάλη πόλη, τότε την ¨Κυανή Ακτή¨ στα σίγουρα δεν θα την έχανες. Πάνω στον δρόμο φτιαγμένη, εστιατόριο ξακουστό και την θάλασσα απέναντι στα πόδια σου, να σε καλεί, να σε ταξιδεύει. Μαγαζί με παράδοση στα μαγειρευτά φαγιά του, με χαρακτηριστική διακόσμηση εποχής και έναν δυο καθώς πρέπει σερβιτόρους. Ξαπόσταινε ο ταξιδιώτης άραζε, γέμιζε την κοιλιά του φτηνά, έπινε και μια γκαζόζα. “Από το 1950″ γράφει πάνω στην πόρτα και η ζωγραφιστή πινακίδα με το μενού της ημέρας, έγραψε το τελευταίο της φαΐ. Ο μάγειρας πάντα εκεί, χαμογελαστός να ανακοινώνει “κουζίνα πλήρης, ψάρια φρέσκα, φαγητά σε πακέτο”, για αυτούς που βιάζονταν και όχι μόνο. Να φανταστείτε ότι μέχρι το 1985-90, ο ταλαίπωρος σερβιτόρος περνούσε απέναντι (διέσχιζε την εθνική) για να σας φέρει τον καφέ σας, το αναψυκτικό, το ζεστό το φαγητό σας. Καθημερινά, πέρα, δώθε. Άλλοτε με τον μακρύ ξύλινο δίσκο και άλλοτε πάλι με τον κρεμαστό, τον γαλβανένιο. Βάζω στοίχημα ότι στις αρχές θα ήτανε μπακιρένιος, τι ωραία που θα γυάλιζε κάτω από τον λαμπρό ζεστό ήλιο και οι θαμώνες αραχτοί θα ρουφάγαν τον καφέ τους.
Παραδίπλα κολλημένα, δυο μικρά, σχεδόν τρυπούλες μαγαζάκια. Στην άκρη “Ο Ξανθιώτης”, το βουλκανιζατέρ και δίπλα του ένα παντοπωλείο “Παντοπωλείων Ε. Ματσίκη¨ ,γραμμένο με περίτεχνα καλλιγραφικά χρυσά γραμματάκια. Γιαούρτι “Κρι-Κρι”, κουραμπιέδες αλλά και σιγαρέττα “Παπαστράτος” θα έβρισκε κανείς. Μαζί με τις τσιχλόφουσκες και ποιος ξέρει τι άλλο.
Στέκομαι ώρα πολύ εδώ, έχω κολλήσει τον φακό μου στο παλιό βουλκανιζατέρ. Θαρρείς πως δεν το πείραξε ποτέ κανείς, μέσα και πέρα από την σκόνη νομίζεις πως βλέπεις μια παλιά φωτογραφία, τα ράφια ακόμα γεμάτα και δυο καφέ πολυθρόνες να αράζουν άδειες πια. Μια εικόνα που θα μπορούσε κάλλιστα να λέει “επιστρέφω σε 5 λεπτά¨.

(Ψάχνω με τα μάτια μου το γνώριμο τοπίο, βλέπω τον εαυτό μου να κάθεται στα παλιά τραπέζια, έχω αγοράσει ένα μαντολάτο από τις πάμπολλες γλυκές λιχουδιές και τώρα το μασουλώ με μανία. Το μαγαζί είναι γεμάτο και η ΕΡΤ παίζει μια ασπρόμαυρη Ελληνική ταινία, σε μια γωνιά βλέπω δυο παιδιά, ένα ζευγαράκι να μοιράζεται μια τυρόπιτα και μια τρυφερή αγκαλιά για τον δρόμο. Βγαίνω έξω, γλύφω τα δάκτυλα μου από την τελευταία μπουκιά και αφήνω το αεράκι που φέρνει η θάλασσα να μου χαϊδέψει αντίο. Το ΜΖ φορτωμένο με περιμένει από έξω, σκάω ένα χαμόγελο κρυφό καθώς χαζεύω την καλογυαλισμένη Akront. Έχω δρόμο ακόμα, αλλά δεν βιάζομαι, δεν βιάζομαι καθόλου. Θα συνεχίσω μέσα από όλα τα χωριά, στροφιλίκι γεμάτο μέχρι την Καβάλα. Μια, δυο στάσεις αργότερα, γουλιά νερό να ξεπλύνω τη σκόνη, θα πάω πιο αργά, ας φτάσω βράδυ. Το παλιό αρχοντικό θα είναι πάντα εκεί και η κρυφή αυλόπορτα θα ανοίξει ξανά μόνο για μένα.)

Καλό ταξίδι
© after8.wordpress.com – 2008

Το φοιτητικό camping του Α.Π.Θ. στο Ποσείδι, φαντάζομαι όλοι το ξέρετε. Ωραία !Αν δεν είστε φοιτητές και ψάχνετε ένα μέρος για οργανωμένη κατασκήνωση εκεί κοντά, προχωρήστε λίγο παρακάτω (500 μέτρα από το φοιτητικό) give or take a few και θα φτάσετε στο camping “Καλάνδρας”.Λόγω του ότι έπρεπε να είμαστε κοντά στην Φούρκα, για να επισκεφτούμε το Σ.Κ. έναν φίλο, αποφασίσαμε να περάσουμε δύο βραδιές εκεί και ιδού οι εντυπώσεις.Εν συντομίαΟικογενειακό περιβάλλον, πλήρεις παροχές, περιορισμένος χώρος για σκηνές, αρκετά καθαρές τουαλέτες και ντουζ, αλλά παλιές εγκαταστάσεις. Υπάρχει κωλόχαρτο στην τουαλέτα για τους μη προνοητικούς ! Η χαρά του παιδιού, και των απανταχού οικογενειακών αυτοκινήτων, (sedan / caravan τα λέω σωστά Barch ?)Οι σάλτσες ! Άφιξη Παρασκευή μεσημεράκι, μια τυπικά ευγενική, σαραντάρα, με πλατινέ μαλλί, μας “υποδέχτηκε” στην reception. Μπαίνω, μούσκεμα στον ιδρώτα, αρματωμένος γαρ (κομπλέ μαύρο συνολάκι στολή, μποτάκια, κ.λπ.), αποθέτω εξοπλισμό στον παρακείμενο καναπέ, το ίδιο και η καλή μου και ρωτάω με το κουρασμένο αλλά πέρα, για πέρα, ευγενικό μου ύφος αν υπάρχουν θέσεις για σκηνές και αν θα μπορούσαμε να κάνουμε μια σύντομη βόλτα μέσα για να δούμε το camping, μιας και πηγαίναμε πρώτη φορά.