Αρχείο για Νοεμβρίου, 2008

30
Νοε
08

δεν είσαι πια αληθινή

Βγήκα έξω με μια ανεμελιά, τράβηξα μια βαθιά ανάσα από τον υγρό αέρα και κοίταξα πέρα στο λιμάνι, εκεί ακριβώς στις κορφές των γερανών που κόβουν την ομίχλη. Όχι ήλιος πουθενά για να μου χαμογελάσει, δεν βαριέσαι σκέφτομαι. Που θα πάει θα φύγει η καταχνιά και από αυτήν την πόλη και από πάνω μου.

Βόλτες μόνος με την μηχανή το μεσημέρι γλιστρώντας στην παγωμένη άσφαλτο, χαζεύοντας με πλάγιες ματιές μήπως πετύχω εσένα. Όχι ότι θα ήξερα τι θα σου έλεγα ή ότι θα έβρισκα το κουράγιο να σε κοιτάξω χωρίς να δακρύσω, αλλά να… είναι που θέλω να σε ξαναδώ ζωντανή μπροστά μου.

Δεν βαριέσαι σκέφτομαι, όλα στο μυαλό μου είναι. Η αγάπη, ο τρισκατάρατος έρωτας που έπαιξε ξανά μαζί μου, εσύ που νόμιζα ότι ήσουν η σωτηρία μου από την σαπίλα και από την μούχλα…

Όλα στο μυαλό μου είναι και εσύ υπάρχεις ακόμα μόνο εκεί. Βλέπεις εγώ σε έκανα αληθινή. Εγώ με την αγάπη μου, με τις σκέψεις μου, με τα γέλια μου και τα δάκρυα μου. Εγώ σου έδωσα ζωή και τώρα δεν μου μένει τίποτα άλλο από το να την πάρω πίσω, ας είναι ότι πιο δύσκολο έχω κάνει έως τώρα.

Δεν βαριέσαι σκέφτομαι.

27
Νοε
08

στείλε ένα όνειρο

Θέλω να κλείσω τα μάτια μου απόψε και να ονειρευτώ κάτι όμορφο, κάτι δικό μου. Ένα όνειρο που θα με κάνει να ξυπνήσω με χαμόγελο, γίνεται; Το ελπίζω, το έχω τόσο ανάγκη…

Καληνύχτα φίλε.

24
Νοε
08

νύχτες μακριά σου

Κοντεύει έντεκα, γυρίζω από τα γενέθλια ενός καλού φίλου. Είμαι καβάλα στον Πήγασο και οδηγώ, τον κρατώ σφιχτά με τα πόδια, γαντζώθηκα πάνω του για να με επιστρέψει σπίτι, ξέρω ότι κανένας δεν με περιμένει. Βρέχει, όχι πολύ αλλά αρκετά για να νιώσω την παγωμένη υγρασία να τρυπά το ύφασμα του τζιν και από εκεί βαθιά να την ρουφάνε τα κόκκαλα μου. Τα πόδια μου έχουν μουσκέψει για τα καλά, διασχίζω μια πόλη γεμάτη αυτοκίνητα, σχεδόν γιορτινή. Θα έπρεπε να τουρτουρίζω αλλά δεν με νοιάζει.

Προσπαθώ να αποφύγω τις λευκές γραμμές στις διαβάσεις που γλιστρούν διαβολεμένα αλλά το μυαλό μου πετάει. Θυμάμαι τότε που επιστρέφαμε από την Ξάνθη πριν δυο χρόνια και μας έπιασε μια τρομερή καταιγίδα στον Λαγκαδά, βλέπαμε από μακριά τον θυμωμένο ουρανό να ετοιμάζεται να μας πνίξει. Σκοτάδι και αγέρας απλώθηκε ξαφνικά και εμείς μπήκαμε στην καρδιά της. Τουλούμια βροχή μας πλάκωσαν, τέτοια μανία είχαμε να δούμε από το Πόρτο Λάγος ένα παλιό καλοκαίρι, θυμάσαι; Εσύ τότε είχες τυλιχτεί πάνω μου, γέμισε ο τόπος αστραπές και ο αέρας λυσομανούσε, ήταν τέτοια η ένταση του που μέχρι και τα αυτοκίνητα είχαν κόψει με αλάρμ στην άκρη. Ορατότητα μηδέν και η βροχή να έχει μετατρέψει τον δρόμο σε μια τεράστια λίμνη και εσύ εκεί γαντζωμένη πάνω μου, άρχισες να τρέμεις. Το νερό μας διαπέρασε ως το μεδούλι ενώ εγώ πάλευα να κρατήσω μια ευθεία καθώς οι ρόδες μου χόρευαν τρελό ζιγκ, ζαγκ. Το μόνο που σκεφτόμουνα ήταν να σε επιστρέψω πίσω ασφαλή, φούσκωνα το στήθος μου και όρθωνα ανάστημα μήπως κόψω και καλά την μανία των αρχέγονων στοιχιών, να μην σε πάρουν από εμένα.

Έτρεμες αλλά δεν έκανες κιχ, μόνο με κρατούσες και υπέμενες στωικά μέχρι που περάσαμε καρφί από μέσα τους και μετά ξανά γαλήνη, φτάσαμε τελικά ζωντανοί. Τρυπώσαμε με το ρίγος πια μέσα μας στο υπογειάκι και εγώ άρχισα γρήγορα να σου βγάζω τα βρεγμένα ρούχα, όλα ένα προς ένα. Ψαράκι σπαρταρούσες, σε τύλιξα με μια μεγάλη πετσέτα και σε έτριβα δυνατά μέχρι να κυλίσει ξανά το αίμα. Σε φίλησα γυμνή καθώς ήσουν, σε τράβηξα στην αγκαλιά μου μέχρι που έπαψες να τρέμεις πια, απλά μαζεύτηκες μέσα μου…

Σε ερωτεύτηκα ξανά από την αρχή εκείνο το βράδυ, παράφορα, απόλυτα. Σκέφτηκα πως δεν θα σε άφηνα ποτέ. Κανέναν και τίποτα να μας χωρίσει, τίποτα!

Ο δρόμος τέλειωσε πια, μπήκα στην πυλωτή και άφησα την μηχανή στην γωνιά της για το βράδυ. Άρχισα τελικά να κρυώνω, δεν βγάζω ακόμα το κράνος μόνο σκέφτομαι. Δεν με περιμένει κανείς εκεί πάνω, είμαι μόνος και εσύ θα σαι στα σίγουρα στον καναπέ σου ξαπλωμένη και στεγνή. Καληνύχτα αγάπη, άραγε με ακούς; Καληνύχτα…

22
Νοε
08

απόγνωση

Ξεκίνησα να γράψω πνιγμένος από ένα παράπονο που φούσκωσε στο στήθος μου. Πάει να σπάσει ρε γαμώτο, πες μου τόση αγάπη που πήγε, τι την έκανες; 

Τι μάγια μου έχεις κάνει και δεν μπορώ να σε βγάλω από το έρμο μυαλό μου, το πόσο βαθιά σε άφησα να τρυπώσεις τώρα μόλις το κατάλαβα. Γιατί ρε γαμώτο, γιατί….

Σκατά… έχω κουραστεί να παλεύω με τους δαίμονες μου, έχω κουραστεί να σε σκέφτομαι, έχω κουραστεί να δακρύζω. Σκατά…

21
Νοε
08

ρουτίνα νο.1

Τα μάτια τρίζουν, άπλυτα στεγνά από τον χθεσινό ύπνο. Πάνω μου πέφτει το πρώτο φως, χλωμό αυτήν την εποχή πια και συνήθως ψυχρό, δεν σαλεύω ακόμα αλλά γυρίζω πλευρά, πάλι έχω πιαστεί. Ρίχνω μια θολή ματιά στο ψηφιακό ρολογάκι, γράφει 08:00. Τραβάω το πάπλωμα πάνω μου να το νιώσω καλά στο κορμί μου, τρύπωσε από κάτω φρέσκος παγωμένος αέρας ενώ εγώ θέλω να κρατήσω πάνω μου την ζέστη. Μπλεγμένο σεντόνι, πάλεψα μαζί του την νύχτα και τελικά κατάφερα να το κρατήσω μαζί μου.

Αλλάζω ξανά πλευρό, κοιτάζω μέσα από το τζάμι και τώρα μαζεύω μέσα στην αγκαλιά μου ένα μεγάλο μαξιλάρι. Ακόμα δεν έχει φύγει η αύρα σου από εμένα και κάποιες φορές απλώνω μηχανικά το χέρι μου ώστε να σε τυλίξω απαλά μέσα στο δικό μου σώμα. Σταματάω, ο εγκέφαλος μου με προειδοποιεί ότι πρόκειται μόνο για μια ανάμνηση, μια γλυκιά συνήθεια, που τώρα όμως δεν υπάρχει πια. Έλα όμως που θα έπαιρνα όρκο πως έπιασα το άρωμα σου δίπλα μου. Για λίγο συνοφρυώνομαι και αποφασίζω να υπερνικήσω την βαρύτητα με μια πλάγια μεταφορά των ποδιών μου από το οριζόντιο στο κάθετο, μια παύση και τεντώνομαι.

Σέρνω κυριολεκτικά τα πόδια μου, πίνω μια γουλιά νερό από την κουζίνα (ένας πάγκος αλήθεια) και έχω ήδη μπει στο μπάνιο. Ένα γρήγορο κατούρημα και δυο χούφτες νερό στο πρόσωπο με λευκό σαπούνι, πιτσιλώ παντού αφού ο νεροχύτης μου πέφτει κομμάτι κοντός, στέγνωμα με την πετσέτα που όσο μαλακτικό και να βάζω μου φαίνεται πάντα σκληρή, σχεδόν ξύλινη. Μια σκέψη επαναλαμβάνεται και γίνεται λέξη που παίζει σε λούπα, (καφές, καφές, καφές). Ευτυχώς δεν χρειάζομαι τσιγάρο, πάλι καλά σκέφτομαι και βγάζω το μπρίκι. Η μηχανή του espresso χάλασε και αυτές τις μέρες βολεύομαι με ελληνικό. Μερακλίδικος πάντως, όσο μου επιτρέπει το ηλεκτρικό μάτι της κουζίνας. Βάζω μουσική και αφού γεννηθούν δύο φούσκες, τον χύνω απαλά σε μια γενναιόδωρη κούπα. Η μύτη μου έχει ήδη σπάσει από το σκούρο χαρμάνι και αφού κάτσω μπροστά στην οθόνη φέρνω αργά στα χείλη μου την πρώτη γουλιά… απόλαυση.

Καφέ το πρωί έπινα πάντα μόνος, από μια παραξενιά εσύ δεν έπινες ποτέ, δεν σου άρεζε έλεγες, σου ήταν πικρός και άβολος στην γλώσσα. Σε τραβούσε όμως το άρωμα του και έτσι μερικές φορές σου έδινα μια μυρωδιά τζούρα, πριν τραβήξω την δικιά μου. Μετά έριχνα τα μάτια μου μέσα σου και σφράγιζα την μέρα με ένα άγγιγμα, παρέα με ένα φιλί…

Πως το είπαν εκείνο το τραγούδι οι Κατσιμίχα, “είμαστε ακόμα εδώ”, είμαι ακόμα εδώ.


18
Νοε
08

μικρή ξανθιά μπουκίτσα

Ξαπλωμένος επιτέλους, αλλά όχι για ύπνο. Κόκκινα μάτια, βαθουλωμένα από την οθόνη, στεγνά από φυσικά δάκρυα και μη. Το βλέμμα μου κενό, το καταλαβαίνω από τους μύες του προσώπου μου που έχουν σφίξει και κρατούν όλο το πρόσωπο μου σε μια παγωμένη μάσκα. Το μυαλό δουλεύει ακόμα τρελά, δεν έχει ξεμείνει από καύσιμο και ιδέες. Σκέψεις πολλές, καθόλου όμως καθαρές χοροπηδούν εκεί μέσα και εγώ μόλις τώρα συνειδητοποιώ ότι σκέφτομαι ξανά εκείνη την ξανθιά κοντούλα πιτσιρίκα περισσότερο από όσο θα ήθελα. Σίγουρα περισσότερο από όσο εκείνη φαντάζεται ή υποθέτει. Το όνομα της είναι δισύλλαβο, εύκολο, τρελό, σχεδόν λολιτένιο. Αν και αθώο πρόσωπο δεν κουβαλάει, μόνο ένα αμαρτωλό λιλιπούτειο κορμί που τελευταία με βάζει σε σκέψεις βρώμικες, ηδονικές.

Πειρασμός, απαγορευμένος καρπός, πολλές φορές ήμουν έτοιμος να τον κόψω…

Νιώθω μια ανάγκη, επιθυμία να βρεθώ δίπλα της ξαφνικά, θέλω να την κάνω δική μου και ας είναι για λίγο. Το πολύ άλλωστε πια δεν με ενδιαφέρει και το πάντα είναι τόσο, μα τόσο ψεύτικο, ανθρώπινη ανάγκη για πίστη σε όνειρα ζεστά, συνήθως περιλαμβάνουν την λέξη έρωτα και μετά την αγάπη. Χιλιοειπωμένος και αυτός και αυτή, άραγε δεν έχουν ακόμα ξεφτίσει;

Ωρίστε τι έγινε τώρα. Τρύπωσε στο μυαλό μου, σαν κουνούπι με άδεια κοιλιά δε λέει να με αφήσει. Ξέρω βέβαια πια καλά, ο μόνος τρόπος για να ξεπεράσεις έναν πειρασμό είναι να ενδώσεις σε αυτόν και εγώ με την πρώτη ευκαιρία λέω να την δαγκώσω…

17
Νοε
08

μοναξιά μου όλα

Αμφιβάλλω αν θα διαβάσεις αυτό το post απόψε, αμφιβάλλω αν θα διαβάσεις κάτι από όλα αυτά τα ψήγματα των σκέψεων μου. Ακόμα και όταν ήμασταν στα πάνω μας, σπάνια διάβαζες αυτά που έγραφα και ας ήταν τα περισσότερα για σένα, για έμας. Σημάδι μήπως;
Είσαι τώρα αλλού, το μας έγινε σου και μου και δεν έχω πια ιδέα που γυρνάς, αν κοιμάσαι μόνη ή αγκαλιά με εκείνον τον γάτο σου τον τούρκο.

Ρε συ κοριτσάκι ξύπνησες από τότε με ένα σφίξιμο στην κοιλιά, πετάχτηκες μες στο πηκτό σκοτάδι ψάχνοντας το χέρι μου, ανοιγόκλεισες τα μάτια προσπαθώντας να διακρίνεις στις σκιές φιλικά φαντάσματα, απόηχους γέλιων γλυκών, τρανταχτών; Θα ήθελα να ξέρω, ίσως έτσι να καταλάβω ότι μέτρησα. Εγώ το έκανα ξέρεις, ψάχνω ακόμα το δικό σου, ευτυχώς όχι συχνά, ευλογία…
Α ξέρω όμως τι σκέφτεσαι, αλήθεια ξέρω. Νομίζεις ότι πια δεν με χρειάζεσαι πλάι σου, βλέπεις πίστευες και πίστευα πως θα έμενες για πάντα ερωτευμένη για πάντα μεθυσμένη, ζαλισμένη από το καλύτερο ποτό, να κερνάς όλον τον κόσμο και να μην ξεμένεις. Έλα όμως που ήταν μπόμπα, κάποιος το νόθευσε καλή μου και τώρα πια είναι αργά, μας χάλασε για τα καλά. Είσαι όμως δυνατή, το ήξερα πάντα ότι ήσουν δυνατότερη από εμένα, άσπιλη από δραματικούς χωρισμούς, ανέγγιχτη από μελοδράματα και ας μην ήτανε καθόλου φτηνά, ελπίζω μόνο περαστικά.

Κοιτώ γύρω μου και βλέπω τρύπες, κενά που χάσκουν απειλητικά έτοιμα να με καταπιούν, παγωμένες ελλείψεις έρωτα και αμυδρών αισθημάτων. Πόσο γλυκανάλατα σου ακούγονται όλα αυτά, πόσο εύκολα βγαίνουν όμως από μέσα μου τώρα.

Πανοπλία σε είχα κάνει και όταν έφυγες κατέρρευσε σαν ένα μάτσο τίποτα, θαρρείς και ήταν χρόνια σκουριασμένη από μέσα. Φύλλα ξερά που τα πήρε ένας ταξιδιάρης άνεμος για άλλα μέρη μακρινά και δυσπρόσιτα από μένα.

15
Νοε
08

here’s looking at you kid

Υπάρχει μια παρηγοριά στην νύχτα, είναι η παρηγοριά των ερωτευμένων ψυχών, πεσόντων μιας άλλης άκομψης αιματηρής μάχης, αυτής που δεν έχει νικητές και ηττημένους. Είναι η παρηγοριά που βρίσκει ο καμένος τρελός, λαθρεπιβάτης μιας άλλης καρδιάς που κάποτε κατοικούσε ο ίδιος. Άλλες μέρες εκείνες, άλλες ώρες τώρα, στεγνές από αγάπη, δύσκολες για το μυαλό, βαριές για τα μάτια.
Υπάρχει επίσης μια γλυκιά λήθη, σε τυλίγει από κάτω χαμηλά μέχρι να φτάσει σιγά, αλλά με ακρίβεια προς τα πάνω, εκεί στο μυαλό. Προτού το καταλάβεις έχεις ήδη πνιγεί μέσα της, σε έχει τυλίξει ολόκληρο και μετά από λίγο παύεις να πονάς τόσο πολύ. Τι καλά να φύγει εντελώς ο πόνος, ελπίζεις…

Για λίγο νομίζεις ότι είσαι καλά, ω απατηλή ψευδαίσθηση! Η εικόνα της δεν λέει να φύγει από το κεφάλι σου. Εκατοντάδες μικρές σκόρπιες φωτογραφίες χορεύουν και αφήνουν παντού μυρωδιές και αναμνήσεις. Όλες εκείνες που νόμιζες ότι έθαψες μετά από έναν μαραθώνιο δακρύων, ακατάπαυστων λυγμών και μερικών βίαιων σπασμών από το στομάχι σου που δεν έλεγε να πάψει να σε σφίγγει. Πόσο βολικά χαρτογραφούν όλα αυτά την πορεία σου προς το τέλος, έλα όμως που εσύ κοιτούσες άλλον χάρτη. Πάλι έχασες το δάσος, μόνο τα δέντρα πρόσεξες μπροστά και ατυχώς νόμιζες ότι θα ξαποστάσεις στην δροσιά τους.

Μόνο αγάπη έτρωγα και άλλη τροφή δεν ήθελα, ο έρωτας με τρέλανε και εσύ εκεί το νησί μου, απόκρυφο, μαγικό. Ήσουν πάντα ο προορισμός μου, μέχρι που μια ανελέητη φουρτούνα με ξέβρασε στις ακτές σου.

Από τότε στο τώρα, έμεινα εκεί στην ακτή, μισοπεθαμένος…