Αρχείο για Φεβρουαρίου, 2008

25
Φεβ
08

αναπνέω ελεύθερα ξανά

Βγήκα στο μπαλκόνι, αφήνω τον ήλιο να με λούσει και κάθομαι. Γέρνω πίσω την καρέκλα μου, σκάω ένα γέλιο αυθόρμητο και απολαμβάνω το απόγευμα που φεύγει. Νιώθω όμορφα, ζεστά από έξω, ζεστά και από μέσα.

Οι μέρες που πέρασαν δεν ήταν ευγενικές μαζί μου, γιατί να ναι άλλωστε; Δεν μου χρωστάει η ζωή, εγώ αντίθετα μάλλον της οφείλω. Οφείλω να είμαι γελαστός, πρώτα για τον εαυτό μου, μετά για εσένα που είσαι δίπλα μου και μου κρατάς το χέρι τα βράδια και ύστερα για όλους αυτούς, τους άλλους. Αυτούς που με αγαπάνε έτσι όπως είμαι και δεν θέλουν να με αλλάξουν, ευχαριστώ ανταποδίδω. Αν μοιράσω χαμόγελα δεν θα τα πάρω άραγε πίσω; 

Οφείλω επίσης να είμαι αληθινός, καλός με τον εαυτό μου, όσο μπορώ, όσο αντέχω και ξέρω καλά πόσο δύσκολο είναι αυτό. Δεν πειράζει θα το παλέψω. Ακόμα και αν μου κοστίζει, ακόμα και αν στο τέλος βγω χαμένος.

Αν κοιτάξω πίσω, βαθιά στην γραμμή του χρόνου θα δω δεκάδες λάθη, αυθόρμητα και μη, ήταν όλα όμως δικά μου. Αν λοιπόν σήμερα πέσω ξανά στα ίδια, τι λέει αυτό για μένα; Κούτσουρο ήμουν, κούτσουρο θα μείνω; Μπα όχι, σαν να έμαθα πλέον αρκετά. Λάθη θα κάνω σίγουρα ξανά, ας μην είναι τουλάχιστον τα ίδια.

Προκαλώ λοιπόν μια ακόμα φορά τον εαυτό μου, να βρει ξανά χαμόγελα και τρέλα, παιδικές επιθυμίες ξεχασμένες, όνειρα γλυκά σαν μαλλί της γριάς, έρωτα και πάθος. Τώρα αν μέσα σε όλα αυτά, χωθεί και η άτιμη μιζέρια, ε δεν ανησυχώ πολύ. Κουτσή είναι η άμοιρη, αργά σέρνεται και με ένα τρανό φύσημα πάλι πέρα θα την κάνω!

24
Φεβ
08

κομμάτια δικά μου κόβω

keep-out-2.jpg 

Τι κάνεις όταν όλα μέσα σου έχουν γίνει ένα. Κουβάρι από σάρκα και συναίσθημα, παλλόμενο, ζωντανό να φουσκώνει. Όταν τα λόγια είναι απλά ανεπαρκή και εσύ άρρωστος ψάχνεις ένα ζεστό φιλί, μια διαπεραστική ματιά, ένα ερωτικό δάγκωμα εκεί κάτω και δίπλα από το αυτί σου. Όταν ο θυμός γίνεται θλίψη και αυτή μετά μετάνοια. Απόγνωση πικρή στεγνή από λογική, στο τέλος μένει μόνο το πάθος.

Στέλνεις το σήμα εκεί έξω στο πουθενά. SOS για την καρδιά σου, για κακή σου τύχη όμως δεν το αντιλαμβάνεται κανείς. Είναι τόσο δυσνόητο, τόσο παλιό, που η μοίρα το ξέχασε σε ένα απάτητο σκοτάδι και τώρα πια ούτε φαίνεται, ούτε ακούγεται, εξασθενεί και σβήνει.

Σήμερα πονάω, μια παλιά πληγή άνοιξε και εγώ δεν έχω τίποτα πρόχειρο για να την κλείσω. Πατώ ανήμπορος το σημείο, ο πόνος όμως ύπουλα τρέφεται από μέσα, μεγαλώνει και τώρα νομίζω ότι ξεχειλίζει και το αίμα ρέει άφθονο από παντού και εγώ αδειάζω…

Σάπια πληγή, δεν λέει να κλείσει, αν εγώ δεν κλείσω πρώτος την καρδιά μου. Να σβήσω όλα τα ίχνη μου για να μην με ψάξει κανένας. Να πλύνω το κορμί μου σε 10 φουρτουνιασμένες θάλασσες μέχρι να βγάζει μόνο αλμύρα και άμμο. Κανένα άρωμα να μην μου θυμίζει εσένα, τον εαυτό μου, έγινες εχθρός μου.

Δεν κάνει να βλέπεις την μεταμόρφωση, δεν θα καταλάβεις. Τίποτα από πάνω μου δεν θέλω να μείνει ίδιο. Φοίνικας κόκκινος τρομερός θα βγω από τις ζεστές ακόμα στάχτες, αγνώριστος πια μπορώ να περάσω δίπλα σου για να σε δω, ίσως να σε αρπάξω, ξαφνικά και βίαια. Δεν πρέπει να καταλάβεις, μην προσπαθείς, ίσως μόνο να το νιώσεις αν κάνεις και εσύ την βουτιά και δεν σε νοιάζει αν πιάσεις πάτο.

Εφιάλτης είσαι για όνειρο; Μάλλον και τα δύο και εγώ στρατιώτης στο ανάχωμα παλεύω μην χάσω το μυαλό μου. Φύγε όσο είναι καιρός, όσο μπορείς ακόμα, γιατί να πληγώσουμε εαυτούς και αλλήλους; Αν επιζήσω από αυτό, να ξέρεις θα σε καρφώσω πρώτος, θνητή είναι η καρδιά μου και στα χέρια σου δεν θέλω απλά να την αφήσω.

21
Φεβ
08

μην φτύνεις στα αυτιά μου

Κάθομαι από έξω και σε περιμένω να φανείς. Η καλύτερη μου όταν θα πλησιάσεις την μηχανή και θα μου δώσεις ένα πεταχτό φιλί, μαζί με ένα γοργό χαμόγελο, μετά ένα κρυφό χάδι. Κρύο αρκετό και τα δάχτυλα μου άρχισαν να παγώνουν, τα τρίβω πάνω στο τζιν μπας και ξυπνήσει το αίμα.

Κίνηση πολύ στην Μοναστηρίου. Άνθρωποι πέρα δώθε σαν να παλεύουν με τα αυτοκίνητα, άλλοι με τις σκέψεις τους, άλλοι με ένα τσιγάρο. Ένας τυπάκος αγενής, βγάζει αλάρμ απέναντι μου. Το αυτοκίνητο τρίζει και σκούζει ολόκληρο από την εκκωφαντική μουσική που βγαίνει από τα σωθικά του. Φτύνουν τα ηχεία και το sub κάτι σε rap νομίζω. Μπόμπα να έπεφτε δίπλα του, δεν θα χαμπάριαζε καθόλου. Κατεβάζει το παράθυρο και τα ντεσιμπέλ ανεβαίνουν και άλλο, ρίχνει κλεφτές ματιές από άκρη σε άκρη του δρόμου. Σκέφτομαι πόσο μαλάκας πρέπει να είναι ο άνθρωπος, μου έρχεται να γελάσω αλλά μάλλον θέλω να τον δείρω.

Εντάξει σε ακούσαμε μεγάλε, μας γάμησες τα αυτιά! Καλά τα δικά σου τρύπα τα, σπάστα, όλων των άλλων τι σκατά σου φταίνε;

Ευτυχώς φεύγει πριν με ζώσουν τα φίδια. Κάποια από αυτές τις μέρες θα αρπάξω κανέναν από το λαιμό και θα του δώσω να φάει τα ηχεία μαζί με το ακριβό sub woofer. Μα καλά δεν έχει μείνει ήδη κουφός έτσι όπως τα παίζει;

Λες για αυτό να ανεβάζει και άλλο την ένταση στο cd ο καημένος; Αυτή η πόλη μας έχει χαζέψει όλους ρε γαμώτο.

20
Φεβ
08

δαιμονισμένος άγγελος

bloody-lips.jpg 

Σε είχα ερωτευθεί εσένα, κάποτε χρόνια πριν. Φύτρωσες ένα χειμωνιάτικο βράδυ στο σαλόνι μου, λάβα και μέλι όλα σε ένα, έφαγα πακέτο.

Κοκκάλωσα με το που είδα το πρόσωπο σου, τα μάτια σου, εκείνα τα παιδικά μάτια στολισμένα με μια αγορίστικη μυτούλα και ένα ζευγάρι χείλη που έσταζαν αμαρτία. Μύριζες γυναίκα αλλά μέσα από ένα άφτιαχτο, άγριο κουκούλι. Σαν να μην είχες πάρει ακόμα την τελική σου μορφή, σαν να μην έδεσε ακόμα το άρωμα σου.

Σε είχα ερωτευτεί σφόδρα και για λίγο, έπειτα με άφησες να παίξω στην αυλή σου. Ξενύχτησα το πρώτο βράδυ δίπλα σου απλά μιλώντας, σε θαύμαζα κρυφά, πρόσεχα που έριχνα το βλέμμα μου μην προδοθώ και λυγίσω. Έτρεμα αλλά δεν το έδειχνα, απλά ευχόμουν μην ξημερώσει και σε χάσω στο πρώτο φως που όλοι πια θα βλέπουν.

Αντίθετα με σένα, εγώ δεν ήμουν κυνηγός. Έγινα όμως, πασάλειψα τα μούτρα μου με λάσπη από τον ζεστό σου βάλτο και έπεσα μέσα να δοκιμάσω την τύχη μου. Να δω τι θα βγει στον ήλιο έτσι και ανακατέψω, έτσι και μπω ακόμα πιο βαθιά, σχεδόν ως την μύτη. Ακόμα και όταν σκάλωσα, όταν τα πόδια μου έγιναν ένα με το υγρό κολλώδες σάλιο σου και πλέον με είχες κλειδώσει. Ακόμα και τότε δεν φοβήθηκα, τα έδωσα όλα πολύ γρήγορα, πολύ άγαρμπα και σε έχασα…

Είχες όλα τα σημάδια χαραγμένα στο αρχέγονο σου σώμα, από τον ίδιο τον διάολο θαρρώ, από άγγελο πάντως σίγουρα όχι. Τόσο λάγνο βλέμμα, τόσο αθώο συνάμα, έφτιαξε άντρες, τους θέριεψε. Κυρίως όμως τους χάλασε, τους πιο πολλούς, αυτούς που σε έκριναν λάθος και νόμιζαν ότι μπορούν να σε έχουν.

Εγώ έγκαιρα το ένιωσα, τραβήχτηκα, σε άφησα να φύγεις. Άλλωστε ποτέ δε σε είχα, μόνο για λίγο ένιωσα τα νύχια σου πάνω μου και αμέσως μετά το κορμί σου. Σημάδι γερό μου άφησες σαν άτιμος δαίμονας που έξυσε την καρδιά μου.

Eγώ σήμερα πια, παλιά ψυχή έμαθα να το κρύβω.

(με αφορμή έναν νέο δαίμονα, που έριξε την σκιά του) 

 

14
Φεβ
08

my route 66

(Έφαγα κάνα δυο ωρίτσες μέχρι να σε σινιάρω καλή μου, ε πως, τόσο δρόμο θα κάνουμε μαζί, σου αξίζει. Θα σε κλειδώσω σφικτά με τους μηρούς μου, έτσι για να σε νιώθω καλύτερα και φύγαμε πέρα από τα όρια της πόλης. Μόνοι, εσύ και εγώ όπως παλιά).

 

Η μέρα μόλις είχε αρχίσει να ζωντανεύει και ο κολλητός μου ο ήλιος ξεκίνησε να με ραντίζει αραιά με το κόκκινο πολύχρονο ραβδί του.

Χαρούμενος σιγομουρμούριζα έναν άγνωστο σκοπό, δικό μου περίεργο τραγούδι για να συνοδεύσω τον δικό σου ράθυμο γουργουρητό. Σαν έφτασα στην πρώτη μεγάλη διχάλα, έγειρα απαλά το κορμί μου προς τα δεξιά και σημάδεψα την παλιά Εθνική οδό με μια αίσθηση γλυκιάς προσμονής να με κυριεύει.

Για όσους έχουν να κάνουν καιρό την διαδρομή Θεσσαλονίκη – Ξάνθη από εκεί, τους περιμένουν πολλές ξεχασμένες αναμνήσεις, ακουμπισμένες εκεί στην άκρη του δρόμου. Δεν χάθηκαν ακόμη, μόνο μαζεύουν σκόνη και αλμύρα.

Γελούσα και χάζευα μέσα από το κράνος, καθώς έβλεπα τη βόλβη παγωμένη να στολίζει την πεδιάδα δίπλα μου. Κρύο αρκετό περνούσε μέσα, αλλά όχι ικανό να παγώσει τα κόκαλα μου. Το αίμα μου ακόμα ζεστό, έδινε μάϊνες στην καρδιά μου και εκείνη δούλευε όλο και πιο καθαρά. Χαλαρός ο δρόμος μπροστά, ήταν σε καλύτερη κατάσταση από ότι περίμενα. Κίνηση σχεδόν ανύπαρκτη, πολλοί στα σίγουρα θα προτίμησαν την Εγνατία οδό, άλλοι πάλι το κρεβάτι τους που να ξεμυτίσουν νωρίς με τέτοιο κρύο.

 

Ρεντίνα

Γρήγορα, χωρίς να το καταλάβω έφτασα στην Ρεντίνα. Ο δρόμος απότομα στένεψε και μια κοφτή αριστερή με επαρκή σήμανση προειδοποιούσε “μην περνάτε τον δρόμο σε καιρό πλημμύρας, κίνδυνος” ή κάτι τέτοιο τέλος πάντων. Η νέα παράκαμψη που δημιουργήθηκε, σαν φίδι ξετυλίγεται από ψηλά στα χαμηλά, σαν να χώνεται μέσα από την γη και όχι από πάνω όπως θα έπρεπε. Αν βρέξει πολύ εδώ, την πάτησες μεγάλε, σκέφτομαι. Θα πρέπει να είσαι τρελός για να περάσεις πέρα σώος.

rentina-collaz.jpg

Έριξα το βλέμμα μου σε εκείνο το μεγάλο δέντρο απέναντι από το εκκλησάκι, έπιανε αρμονικά τον χώρο του μέσα στο υπόλοιπο τοπίο. Αντίθετα με το ίδιο το εκκλησάκι που στριμώχτηκε δίπλα από την άσχημη μπαριέρα, σαν να το πέταξε κάποιος εκεί και έφυγε βιαστικά από την ντροπή.

Καβάλησα στα γρήγορα, ήθελα να χωθώ στα Μακεδονικά Τέμπη λίγο παραπέρα. Φθαρμένο πράσινο και χίλιες αποχρώσεις του καφέ γέμισαν την ματιά μου. Άφησα την γκαζιέρα χαλαρή να σαλεύει στην χούφτα μου μέσα, έδωσα στην μύτη μου την ευκαιρία να ρουφήξει άπληστα τον χειμώνα που φεύγει και αφήνει την γη σαν ατζαμής εραστής ένα ξάστερο βράδυ. Τι θλιμμένη ομορφιά που γέννησε τούτο το δάσος μέσα μου, σχεδόν θέλω να σταματήσω. Σαν να απολαμβάνω όμως καλύτερα την διαδρομή έτσι από ψηλά πάνω στην καλή μου, μια ανεξήγητη χαρά με σπρώχνει να βρω θάλασσα, στα σίγουρα δεν θα την χάσω.

 

Στο “Ακρογιάλι”

Σαν ταξιδεύεις με ανάλαφρη καρδιά, χρόνος δεν σε αγγίζει και εγώ βρέθηκα όπως παλιά στην πρώην στάση. Πριν η Εγνατία απλώσει την πίσσα της από άκρη σε άκρη, όλα τα ΚΤΕΛ και μη εδώ ξεκούραζαν την μηχανή τους, στο “Ακρογιάλι”. Πρώτη μεγάλη στάση για τους πιο πολλούς, φρέσκους ταξιδιώτες που δεν ήξεραν καλά την διαδρομή και είτε το στομάχι, είτε η φυσική τους ανάγκη, επέβαλε μια γρήγορη επίσκεψη στο γιαλό, στην άκρη του σαν λέει και το όνομα του. Μαγειριό του νταλικιέρη, το παστέλι του μικρού αλλά και του μεγάλου παιδιού, ένας ελληνικός για τον παππού και έναν φραπέ για όλους τους άλλους. Θυμάμαι πως δεν μου άρεζε όταν εδώ χρόνια πριν, κατέβαινα επιβάτης και εγώ από το παλιό λεωφορείο. Άχαρο μέρος το έβρισκα και δρόμο πολύ είχα ακόμα μπροστά μου. Μα σαν την θάλασσα έβλεπες, εύκολα ξεχνιόσουν και μια ανάσα από την αύρα της, ήταν αρκετή για να συνεχίσεις πιο κάτω.

Άσχημο σύρμα περίφραξης τώρα πια το ορίζει και ούτε στη θάλασσα δεν μπορείς να βγεις, να βρέξεις λίγο την ματιά σου. Πωλείται μαζί με το γιαλό και όλη την άμμο δώρο…

akrogiali-collaz.jpg

Μια περίεργη στεναχώρια με άγγιξε ή μήπως μια ανάμνηση ξεχασμένη ; Λύπη για αυτά που ήτανε και όλα όσα σήμερα δεν είναι. Γύρισα την πλάτη στο παλιό κτίσμα, βόλεψα το ανάστημα μου στην γνωστή σέλα και με μια σύντομη μιζιά πήρα και πάλι δρόμο.

 

“Κυανή Ακτή”

Αν ήσουν από τους άλλους, από αυτούς που επέστρεφαν στην μεγάλη πόλη, τότε την ¨Κυανή Ακτή¨ στα σίγουρα δεν θα την έχανες. Πάνω στον δρόμο φτιαγμένη, εστιατόριο ξακουστό και την θάλασσα απέναντι στα πόδια σου, να σε καλεί, να σε ταξιδεύει. Μαγαζί με παράδοση στα μαγειρευτά φαγιά του, με χαρακτηριστική διακόσμηση εποχής και έναν δυο καθώς πρέπει σερβιτόρους. Ξαπόσταινε ο ταξιδιώτης άραζε, γέμιζε την κοιλιά του φτηνά, έπινε και μια γκαζόζα. “Από το 1950″ γράφει πάνω στην πόρτα και η ζωγραφιστή πινακίδα με το μενού της ημέρας, έγραψε το τελευταίο της φαΐ. Ο μάγειρας πάντα εκεί, χαμογελαστός να ανακοινώνει “κουζίνα πλήρης, ψάρια φρέσκα, φαγητά σε πακέτο”, για αυτούς που βιάζονταν και όχι μόνο. Να φανταστείτε ότι μέχρι το 1985-90, ο ταλαίπωρος σερβιτόρος περνούσε απέναντι (διέσχιζε την εθνική) για να σας φέρει τον καφέ σας, το αναψυκτικό, το ζεστό το φαγητό σας. Καθημερινά, πέρα, δώθε. Άλλοτε με τον μακρύ ξύλινο δίσκο και άλλοτε πάλι με τον κρεμαστό, τον γαλβανένιο. Βάζω στοίχημα ότι στις αρχές θα ήτανε μπακιρένιος, τι ωραία που θα γυάλιζε κάτω από τον λαμπρό ζεστό ήλιο και οι θαμώνες αραχτοί θα ρουφάγαν τον καφέ τους.

Παραδίπλα κολλημένα, δυο μικρά, σχεδόν τρυπούλες μαγαζάκια. Στην άκρη “Ο Ξανθιώτης”, το βουλκανιζατέρ και δίπλα του ένα παντοπωλείο “Παντοπωλείων Ε. Ματσίκη¨ ,γραμμένο με περίτεχνα καλλιγραφικά χρυσά γραμματάκια. Γιαούρτι “Κρι-Κρι”, κουραμπιέδες αλλά και σιγαρέττα “Παπαστράτος” θα έβρισκε κανείς. Μαζί με τις τσιχλόφουσκες και ποιος ξέρει τι άλλο.

Στέκομαι ώρα πολύ εδώ, έχω κολλήσει τον φακό μου στο παλιό βουλκανιζατέρ. Θαρρείς πως δεν το πείραξε ποτέ κανείς, μέσα και πέρα από την σκόνη νομίζεις πως βλέπεις μια παλιά φωτογραφία, τα ράφια ακόμα γεμάτα και δυο καφέ πολυθρόνες να αράζουν άδειες πια. Μια εικόνα που θα μπορούσε κάλλιστα να λέει “επιστρέφω σε 5 λεπτά¨.

kyani-akti-collaz-1.jpg

(Ψάχνω με τα μάτια μου το γνώριμο τοπίο, βλέπω τον εαυτό μου να κάθεται στα παλιά τραπέζια, έχω αγοράσει ένα μαντολάτο από τις πάμπολλες γλυκές λιχουδιές και τώρα το μασουλώ με μανία. Το μαγαζί είναι γεμάτο και η ΕΡΤ παίζει μια ασπρόμαυρη Ελληνική ταινία, σε μια γωνιά βλέπω δυο παιδιά, ένα ζευγαράκι να μοιράζεται μια τυρόπιτα και μια τρυφερή αγκαλιά για τον δρόμο. Βγαίνω έξω, γλύφω τα δάκτυλα μου από την τελευταία μπουκιά και αφήνω το αεράκι που φέρνει η θάλασσα να μου χαϊδέψει αντίο. Το ΜΖ φορτωμένο με περιμένει από έξω, σκάω ένα χαμόγελο κρυφό καθώς χαζεύω την καλογυαλισμένη Akront. Έχω δρόμο ακόμα, αλλά δεν βιάζομαι, δεν βιάζομαι καθόλου. Θα συνεχίσω μέσα από όλα τα χωριά, στροφιλίκι γεμάτο μέχρι την Καβάλα. Μια, δυο στάσεις αργότερα, γουλιά νερό να ξεπλύνω τη σκόνη, θα πάω πιο αργά, ας φτάσω βράδυ. Το παλιό αρχοντικό θα είναι πάντα εκεί και η κρυφή αυλόπορτα θα ανοίξει ξανά μόνο για μένα.)

kyani-akti-collaz-2.jpg

Καλό ταξίδι

© after8.wordpress.com – 2008

06
Φεβ
08

μια καλημέρα & ένα χαμόγελο

Καφεδάκος χλιαρός χύνεται από το λαρύγγι μου στην κοιλιά μου, εκεί φτιάχνει μια μικρή καφετιά λιμνούλα μέχρι να αλλάξει και να γίνει η ζάχαρη ενέργεια και η καφεϊνη να βρέξει την αριστερή μου παρεγκεφαλίδα. Άντε να φτάσει μετά και στο μάτι μου που δεν λέει να ανοίξει πλήρως, σαν χαλασμένος φωτοφράκτης μιας παλιάς slr.

Κάτι όμορφο σκάλωσε μέσα μου από χθες, αλλά το κατάλαβα μόλις σήμερα. Μια όρεξη για δουλειά, μια γερή δόση δημιουργικότητας πασπαλισμένη με μια απρόοπτη αχνή φωσφορίζουσα σκόνη που βγαίνει σε pixel από το ποντίκι μου. Τώρα που ανοίγει σιγά, σιγά και το μάτι μου, θα έβλεπες ότι γυαλίζει !

Καταχνιά έξω, υγρασία και βροχή. Φως λευκό μέσα από τις λάμπες φθορίου και μια ζεστή καρδιά πάνω μου να μου θυμίζει πόσο τυχερός είμαι, αφού ακόμα χτυπά ρυθμικά και απρόσκοπτα. Μια γουλιά ακόμα και στέρεψε ο καφές μου, ε και ; Πάω να βάλω και άλλον και μετά θα μοιράζω χαμόγελα ακόμα και σε αυτούς που δεν τα βλέπουν, σε αυτούς που έπαψαν να ακούν μπας και φύγει η μιζέρια.

Μια καλημέρα με ένα χαμόγελο, ποτέ δεν πάει χαμένη. Καλημέρα !